H Iαπωνία του Ν. Καζαντζάκη Άνθρωποι, καθημερινότητα, τελετουργία, αλλαγή… Γράφει η Μαρία Ν. Αγγέλη

 

H Iαπωνία του Ν. Καζαντζάκη  Άνθρωποι, καθημερινότητα, τελετουργία, αλλαγή… 


Γράφει η Μαρία Ν. Αγγέλη 

Δρ Κοινωνικής Λαογραφίας

agelimaria@yahoo.gr



«Ξεκίνησα για την Ιαπωνία, ξέροντας μονάχα δυό γιαπωνέζικες λέξεις για να συνεννοηθώ μαζί της: σακουρά, που θα πει: άνθος της κερασιάς, και κοκορό, που θα πει: καρδιά. Ποιος ξέρει! Έλεγα με το νου μου, μπορεί οι δυο αυτές  απλότατες λέξεις να φτάνουν…».

(Ν. Καζαντζάκη, Ταξιδεύοντας. Ιαπωνία – Κίνα, Αθήνα 1969, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, σ. 13).


Ταξιδεύοντας. Ιαπωνία – Κίνα: Με αφορμή την Ιαπωνία ως τιμώμενη χώρα στη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης(ΔΕΘ) ξανάπιασα στα χέρια μου το βιβλίο του Καζαντζάκη «Ταξιδεύοντας. Ιαπωνία – Κίνα». Το βλέμμα μου σ’ αυτή τη δεύτερη ανάγνωση στέκεται περισσότερο στον άνθρωπο, στις καθημερινές του πρακτικές, στις τελετουργίες, στις κοινωνικές σχέσεις και στους τρόπους με τους οποίους ένας πολιτισμός αποτυπώνεται στη ζωή της κάθε μέρας. 

Ο Καζαντζάκης ταξιδεύει στην Ιαπωνία το 1935. Οι εντυπώσεις του δημοσιεύονται αρχικά στην εφημερίδα Ακρόπολις και το 1938 εκδίδονται σε βιβλίο. Στις μεταγενέστερες εκδόσεις προστίθεται και ο επίλογος της Ελένης Καζαντζάκη, ο οποίος βασίζεται στο δεύτερο ταξίδι τους στην Ιαπωνία, το 1957.

Η πρώτη εικόνα του συγγραφέα από την Ιαπωνία είναι εικόνα ενός μακρινού και διαφορετικού κόσμου. Σύντομα όμως, η ματιά του μετακινείται από το τοπίο στον άνθρωπο. Η Ιαπωνία δεν είναι μόνο οι ανθισμένες κερασιές, τα μνημεία και οι παγόδες. Είναι οι άνθρωποι οι οποίοι εργάζονται, ντύνονται, συνομιλούν, προσεύχονται, τρώνε, γιορτάζουν και ακολουθούν έναν αυστηρό κώδικα συμπεριφοράς.

Αυτή η μετάβαση από το «εξωτικό» στο ανθρώπινο καθιστά στο βιβλίο ιδιαίτερα ενδιαφέρον για μια κοινωνικο-λαογραφική ανάγνωση.


Ο άνθρωπος της Ιαπωνίας: «Κοιτάζω γύρα μου τους Γιαπωνέζους συνταξιδιώτες μου. Εύθυμη ράτσα, καθαρά, λουσμένα κορμιά, φίνες φυσιογνωμίες, σκαλισμένες σε φίλντισι. Μάτια λοξά φιδιού. Απλοϊκή αρχοντιά, ράτσα που έζησε κι αγάπησε πολύ κι έγινε η φυσική της ευγένεια στυλιζαρισμένη παράδοση. Δε χορταίνω να τους βλέπω πως χαιρετιούνται υποκλίνονται βαθιά, τα πρόσωπά τους παίρνουν επισημότητα θρησκευτικής τελετής» (σ. 73).

Γιαπωνέζοι: Ήδη από τις πρώτες παρατηρήσεις του, ο Καζαντζάκης εντυπωσιάζεται από τη συμπεριφορά των Ιαπώνων συνταξιδιωτών του. Προτού ακόμη γνωρίσει από κοντά τη ζωή στις πόλεις και στα χωριά της χώρας, στέκεται στην ευγένεια των ανθρώπων, στον τρόπο με τον οποίο χαιρετιούνται, υποκλίνονται και επικοινωνούν μεταξύ τους. Οι κινήσεις τους του αποκαλύπτουν έναν πολιτισμό στον οποίο ακόμη και η πιο απλή κοινωνική συναναστροφή αποκτά τη δική της τυπικότητα και σημασία. «Δεν υπάρχει θαρρώ ευγενέστερος λαός στον κόσμο», σημειώνει (σ.54).

 Ύστερα από ένα μεγάλο ταξίδι, ο συγγραφέας φτάνει στην Ιαπωνία. Πρώτος σταθμός του είναι η πόλη Κόμπε. Εκεί παρατηρεί τον ρυθμό της ζωής των κατοίκων, ο οποίος, όπως σημειώνει, ακολουθεί την πορεία του ήλιου: οι άνθρωποι ξυπνούν και κοιμούνται νωρίς. Η παρατήρηση αυτή φέρνει στον νου μου την αγροτική Ελλάδα μέχρι τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα, όταν οι εργασίες ακολουθούσαν το φυσικό φως της ημέρας. Άρχιζαν με την ανατολή και τελείωναν με τη δύση του ήλιου. Οι αγρότες εργάζονταν «από ήλιο σε ήλιο», για να χρησιμοποιήσω τη λαϊκή έκφραση. Η σύγκριση αναδεικνύει μια κοινή εμπειρία διαφορετικών κοινωνιών, στις οποίες ο φυσικός χρόνος καθόριζε τον καθημερινό βίο.

Ο Ιάπωνας του Καζαντζάκη εμφανίζεται βαθιά ενταγμένος στο κοινωνικό σύνολο. Η προσωπική συμπεριφορά του ρυθμίζεται από την έννοια της τιμής, του χρέους, του σεβασμού απέναντι στους άλλους. Η αυτοσυγκράτηση, η τήρηση των τύπων και η πειθαρχία δεν είναι απλές προσωπικές αρετές. Αποτελούν στοιχεία ενός ευρύτερου πολιτισμικού συστήματος.

Σημειώνει επίσης, ότι «δεν έτυχε να δω ακόμα δυο Γιαπωνέζους να μαλώνουν»(σ. 73). Ο καλός λόγος και το καλό φέρσιμο παρομοιάζεται με τα προσκεφάλια που βάνουν απέξω στα πλάγια τους οι βάρκες και τα καΐκια για να γίνεται μαλακό το σκούντρισμα (σ. 73).

Παράλληλα, ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι ο Ιάπωνας, όποιο επάγγελμα κι αν ασκεί, θεωρεί πως μπορεί να συμβάλει στην ευημερία της χώρας του. Το ατομικό συμφέρον συνδέεται στενά με το συλλογικό, ενώ η εργασία αποκτά νόημα όχι μόνο για τον ίδιο τον εργαζόμενο, αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας (σ. 57).

Η παρατήρησή του επεκτείνεται και στην αγροτική ζωή. Στους ορυζώνες βλέπει τους χωρικούς να εργάζονται μέσα στα λασπόνερα, καλλιεργώντας το ρύζι, μια καλλιέργεια βαθιά συνδεδεμένη με την ιστορία, τη διατροφή και την καθημερινότητα της Ιαπωνίας (σ. 60). 

Στην Οσάκα (Όζακα), την οποία ο Καζαντζάκης παρουσιάζει ως οικονομικό κέντρο της Ιαπωνίας, το ενδιαφέρον του στρέφεται στον κόσμο του εμπορίου και της βιομηχανίας. Η συνομιλία του με έναν Ιάπωνα έμπορο του αποκαλύπτει πτυχές της καθημερινότητας των ανθρώπων της αγοράς: τον έντονο ρυθμό της εργασίας, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις, αλλά και τις μορφές νυχτερινής διασκέδασης. Στο πλαίσιο αυτό εμφανίζονται και οι γκέισες, οι οποίες προσφέρουν συντροφιά και ψυχαγωγία στους εύπορους εμπόρους και βιομηχάνους.

Η πόλη παρουσιάζεται ως ένας κόσμος κοινωνικών διαφορών, όπου συνυπάρχουν οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι εργάτες και οι εργάτριες. Ο συγγραφέας στέκεται ιδιαίτερα στους χαμηλούς μισθούς των εργαζομένων. Ο υπεύθυνος ενός εργοστασίου, ένας πανέξυπνος μηχανικός, επιχειρεί να δικαιολογήσει τις χαμηλές αμοιβές υποστηρίζοντας ότι, με βάση τις ανάγκες και τις συνήθειες των Ιαπώνων, οι μισθοί αυτοί θεωρούνται ικανοποιητικοί. Κατά την άποψή του, η παραδοσιακή λιτότητα του ιαπωνικού τρόπου ζωής επιτρέπει στους εργαζομένους να καλύπτουν τις ανάγκες τους με περιορισμένα μέσα (σ. 67).

Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, δεν αναιρεί τις κοινωνικές ανισότητες τις οποίες αποκαλύπτει η αφήγηση. Αντίθετα, φέρνει στην επιφάνεια το ερώτημα κατά πόσο η λιτότητα, όταν προβάλλεται ως πολιτισμική αρετή, μπορεί να λειτουργήσει και ως επιχείρημα για τη δικαιολόγηση χαμηλών αμοιβών και δύσκολων συνθηκών εργασίας.


Οι Γιαπωνέζες: Οι γυναίκες καταλαμβάνουν σημαντική θέση στο βλέμμα του Καζαντζάκη. Είναι οι γυναίκες που ανήκουν στον κόσμο του σπιτιού, στον κόσμο της εργασίας, στον κόσμο της διασκέδασης, στον κόσμο της εξέλιξης. Η γυναικεία παρουσία γίνεται έτσι ένα πεδίο μέσα από το οποίο ο συγγραφέας παρακολουθεί τις αντιφάσεις της ιαπωνικής κοινωνίας.

Αρχικά, η προσοχή του στρέφεται στην αισθητική πλευρά της γυναικείας εμφάνισης: στο κιμονό, στο χτένισμα, στις κινήσεις, στη λεπτότητα και στην επιμέλεια της παρουσίας. Παρατηρεί, επίσης, τη συμπεριφορά της γυναίκας απέναντι στον άνδρα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον σεβασμό, στη φροντίδα, στην περιποίηση και στη βαθιά υπόκλιση (σ. 52).

Ο Καζαντζάκης παρατηρεί την αισθητική πλευρά της γυναικείας παρουσίας. Όταν όμως συναντά τις εργάτριες το βλέμμα του αλλάζει. Το γυναικείο σώμα παύει να είναι αποκλειστικά φορέας ομορφιάς και αισθητικής αρμονίας και αποκαλύπτεται ως σώμα εργασίας. Ένα σώμα εξαντλημένο από τις πολύωρες βάρδιες και τις σκληρές συνθήκες παραγωγής. Ο συγγραφέας  αναφέρεται σε μια επίσημη ιατρική έκθεση, σύμφωνα με την οποία το μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων στα υφαντουργεία ήταν γυναίκες. Οι εργάτριες εργάζονταν δεκατέσσερις και δεκαέξι ώρες το εικοσιτετράωρο, με σοβαρές συνέπειες για την υγεία τους. Η περιγραφή του είναι σκληρή και αποκαλυπτική: «Πολλές χιλιάδες δε γυρίζουν σπίτι τους. Τρέχουν από φάμπρικα σε φάμπρικα ή καταντούν στους ερωτικούς μαχαλάδες. Οι περισσότερες είναι άρρωστες, φθισικές…» (σσ. 65-66). 

Από την άλλη πλευρά υπάρχουν χιλιάδες γκέισες. Οι γκέισες συντροφεύουν και διασκεδάζουν τους βιομήχανους και τους πλούσιους. Δυο διαφορετικοί τύποι γυναικών. Αυτή η αντίθεση είναι έντονη. Από τη μια πλευρά βρίσκονται οι εργάτριες, που υφίστανται την εξάντληση της βιομηχανικής εργασίας, και από την άλλη οι γκέισες, οι οποίες κινούνται σε έναν διαφορετικό κοινωνικό χώρο, συνδεδεμένο με την ψυχαγωγία και την εξυπηρέτηση των εύπορων ανδρών. Πρόκειται για δύο διαφορετικές γυναικείες εμπειρίες, που φωτίζουν τις κοινωνικές διακρίσεις και τους διαφορετικούς ρόλους τους οποίους επιφυλάσσει η κοινωνία στις γυναίκες.

Η σκληρή πραγματικότητα γίνεται ακόμη πιο ορατή στο Τόκιο, όταν ο Καζαντζάκης επισκέπτεται τη Γιοσιβάρα, τη συνοικία της οργανωμένης πορνείας, την οποία συνδέει με τον κόσμο του αγοραίου έρωτα. Περιγράφει σειρές από ξύλινα σπιτάκια, με μια κουρτίνα στην είσοδο, όπου ένας Ιάπωνας «κράχτης» προσκαλεί τους περαστικούς να περάσουν. Δείχνει τις φωτογραφίες των γυναικών του σπιτιού και ανακοινώνει την τιμή: ένα γιεν! (σ.143). Ανάλογη, αλλά ακόμη πιο αποπνικτική, είναι η εικόνα που αντικρίζει στο Ταμανόι. Χιλιάδες πρόχειρες παράγκες, μικρά ανοίγματα στις πόρτες και γυναικεία πρόσωπα, βαριά βαμμένα, τα οποία εμφανίζονται για να προσελκύσουν τους περαστικούς. Οι άνδρες περνούν, βλέπουν και επιλέγουν. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να αντέξει τη θέα αυτού του κόσμου. «Τούτη τη φρίκη δεν μπορώ να τη βαστάξω» (σ.144).

Οι περιγραφές αυτές στους μαχαλάδες «της φρίκης», όπως τους χαρακτηρίζει,  αποκαλύπτουν τη φτώχεια, την εκμετάλλευση και την ευαλωτότητα των γυναικών, υπενθυμίζοντας ότι πίσω από τις εικόνες της εξωτικής Ιαπωνίας υπάρχει και μια σκληρή πραγματικότητα.


Γκέισες και ο κοινωνικός τους ρόλος: Ιδιαίτερη θέση στην ιαπωνική κοινωνία κατέχει η γυναίκα η γκέισα. Είναι ένα εντυπωσιακό πρόσωπο της Ιαπωνίας, το οποίο οδηγεί τον συγγραφέα σε ευρύτερες παρατηρήσεις για την έκφραση, την αυτοπειθαρχία και τη σχέση ανάμεσα προσωπική ταυτότητα και τον κοινωνικό ρόλο.

Σε μια επίσκεψη με έναν φίλο του σε χώρο όπου φιλοξενούνται γκέισες, ο συγγραφέας αισθάνεται σαν να βρίσκεται σε φιλικό σπίτι. Οι γυναίκες τους υποδέχονται με οικειότητα, γελούν και τους περιβάλλουν με την παρουσία τους. Μια μεσόκοπη γκέισα παίζει σαμισέν, το παραδοσιακό έγχορδο μουσικό όργανο, ενώ μια νεαρή μαθήτρια συμμετέχει στην παρέα. «Οι γκέϊσες μας είχαν περικυκλώσει, μας κοίταζαν και γελούσαν. Τα μάτια τους ήταν λαγαρά, αγνά, χωρίς αναίδειες ή λιγωμάρες» (σ. 147).

Η περιγραφή του αναδεικνύει τη μουσική, την ευγένεια και την επιμελημένη συμπεριφορά ως στοιχεία μιας επαγγελματικής και κοινωνικής παράδοσης. Η γκέισα καλείται να διασκεδάσει τους καλεσμένους με μουσική, χορό και συνομιλία, ακολουθώντας έναν καθορισμένο κώδικα συμπεριφοράς. Η εργασία της είναι οργανωμένη γύρω από συγκεκριμένους κοινωνικούς ρόλους και επαγγελματικές υποχρεώσεις.

Οι «μοντέρνες» γυναίκες και η αμφισβήτηση της παράδοσης: Στην Ιαπωνία του Καζαντζάκη εμφανίζονται και οι νέες γυναίκες, modern girls, καθώς και  οι μοντέρνοι άνδρες,  modern boys, που εκφράζουν τις αλλαγές στις αντιλήψεις και στους τρόπους ζωής. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η νεαρή Γιοσιρό στο Τόκιο, η οποία εκφράζει, με ένταση, την αγανάκτησή της για τη θέση της γυναίκας στην παραδοσιακή κοινωνία της χώρας της.

Μιλά για τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν οι γυναίκες, για τη συμπεριφορά η οποία αναμενόταν από αυτές, για τη διατροφή τους και για τις σχέσεις τους με τους άνδρες. Δεν περιορίζεται στην περιγραφή της πραγματικότητας, αλλά αμφισβητεί ανοιχτά τους παλιούς κανόνες και υπερασπίζεται τον εκσυγχρονισμό της Ιαπωνίας.

Ο Καζαντζάκης την ακούει με προσοχή. Ο μονόλογός της, σύντομος αλλά έντονα φορτισμένος συναισθηματικά, τον συγκλονίζει. Αντιλαμβάνεται ότι η φωνή μιας νέας γυναίκας, η οποία μιλά μέσα από την προσωπική της εμπειρία και την ανάγκη για αλλαγή, μπορεί να αποκαλύψει περισσότερα για την κοινωνία της από όσα προσφέρουν πολλές θεωρητικές αναλύσεις. Όπως χαρακτηριστικά γράφει, όσα λέει η νεαρή κοπέλα του φαίνονται πολυτιμότερα από όλα τα σοφά κοινωνιολογικά βιβλία για την Ιαπωνία.

Η συνάντηση αυτή αναδεικνύει την  παράδοση ως πεδίο διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης, όπου οι νέες γενιές διεκδικούν διαφορετικούς ρόλους και μεγαλύτερη προσωπική και κοινωνική ελευθερία.


Η τελετουργία του τσαγιού, Τσά-νό-γιού: «Ωστόσο το τσάϊ είχε γίνει, η μεγάλη γκέισα το σέρβιρε σε φαρφουρένια στρογγυλά κεσεδάκια, κι η βοηθός σηκώνουνταν, έπαιρνε το κάθε κεσεδάκι, έκανε υπόκλιση στον καθένα και μας το απίθωνε μπροστά μας. Το πήραμε μέσα στις δυο μας φούχτες κι αρχίσαμε να το πίνουμε ρουφιά ρουφιά. Πηχτό, πράσινο, πικρότατο» (σ.112).

Στο Κυότο, ο Καζαντζάκης παρακολουθεί μια απλή, καθημερινή πράξη να μετατρέπεται σε ξεχωριστό πολιτισμικό γεγονός. Το τσάι, ένα συνηθισμένο ρόφημα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία μέσα από τον τρόπο παρασκευής και προσφοράς του, τα σκεύη, τον χώρο, τις κινήσεις και τις σιωπές που συνοδεύουν την κατανάλωσή του.

Η τελετουργία επιβάλλει ρυθμό, προσοχή, σεβασμό. Όλη αυτή η τελετουργία του έχει προκαλέσει τον ρυθμό της γαλήνης. Η αξία της περιγραφής βρίσκεται στην ικανότητα του Καζαντζάκη να αντιληφθεί ότι πίσω από το τσάι υπάρχει κάτι περισσότερο από ένα ρόφημα. Υπάρχει ένας κώδικας συμπεριφοράς, μια αισθητική, μια αντίληψη για τον χρόνο, την τάξη, την ομορφιά και τη σχέση με τον άνθρωπο.

Ο Καζαντζάκης  βγαίνοντας  ήρεμος από την τελετή του τσαγιού, βλέπει τις χλωμές εργάτριες του Νισιζίν και τους εργάτες οι οποίοι κουβαλούν φορτία. Εδώ η αντιπαράθεση είναι σκληρή. Από τη μια η λεπτότητα της τελετής και από την άλλη ο κουρασμένος κόσμος της εργασίας. Η σκληρότητα της πραγματικής ζωής. Η Ιαπωνία την οποία θαυμάζει για την αισθητική της είναι ταυτόχρονα μια κοινωνία όπου κάποιοι άνθρωποι εργάζονται σκληρά. «Όλες τούτες οι τελετές του τσαγιού, στην εποχή που ζούμε, μου φάνηκαν σα χασίς που πίνουμε για να θολώσουν τα μάτια μας να μη βλέπουμε τη γύρα μας και μέσα μας φρίκη. Να μη βλέπουμε τις χλωμές τούτες εργάτισσες του Νισιζίν και τους κουλήδες»(σ. 112).

Ο κουλής: Η μορφή του κουλή επανέρχεται στη σκέψη του Καζαντζάκη ως σύμβολο μιας εργασίας η οποία εξαντλεί το σώμα και υποβαθμίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι κουλήδες ήταν άνθρωποι οι οποίοι μετέφεραν επιβάτες ή φορτία τραβώντας χειροκίνητα «ρικσά», μικρά δίτροχα αμαξίδια. Ο ταξιδιώτης παρατηρεί τον άνθρωπο ο οποίος τον μεταφέρει και αισθάνεται ντροπή για την εξάντληση που προκαλεί η δική του μετακίνηση σ’ εκείνον.

 «Θρονιασμένος στη ρικσά, κοιτάζω τη ράχη του ανθρωπάλογου που τραβάει το αμαξάκι να κουνιέται ρυθμικά, δεξιά κι αριστερά μουσκεμένη στον ιδρώτα. Ντρέπουμαι που υποφέρει τόσο ο άνθρωπος αυτός […] Οι περισσότεροι από τους κουλήδες  τούτους πεθαίνουν πολύ σύντομα φθισικοί.

Βαριά δουλειά που εξευτελίζει τον άνθρωπο – και κείνον που τραβάει και κείνον που τραβιέται. Μα όσο θα στέκεται ο κόσμος, φοβούμαι πως θα υπάρχουν, με διάφορες, ολοένα ανανεούμενες μορφές, κουλήδες» (σ. 96). 

Ο Καζαντζάκης δεν βλέπει απλώς έναν εργαζόμενο ο οποίος καταβάλλει υπερβολική σωματική προσπάθεια. Βλέπει έναν άνθρωπο που μετατρέπεται ο ίδιος σε μέσο μεταφοράς, ενώ ο επιβάτης του απολαμβάνει την άνεση της διαδρομής. Η ντροπή την οποία αισθάνεται αποκαλύπτει μια βαθύτερη ηθική ευαισθησία: την επίγνωση ότι η δική του ευκολία στηρίζεται στον μόχθο ενός άλλου ανθρώπου- αλόγου.

Η εικόνα του κουλή γίνεται ακόμη πιο δυνατή όταν ο συγγραφέας παρατηρεί το πλήθος το οποίο κατευθύνεται προς τις ανθισμένες κερασιές. Οι άνθρωποι κινούνται χαρούμενοι, συμμετέχουν στη γιορτή της άνοιξης και απολαμβάνουν την ομορφιά της φύσης. Ανάμεσά τους, όμως, εξακολουθεί να κινείται ο κουλής, σκυμμένος κάτω από το φορτίο του. Η γιορτή και η ανθρώπινη εξάντληση συνυπάρχουν στον ίδιο δρόμο.

Ο φόβος του ότι οι κουλήδες θα εξακολουθούν να υπάρχουν με διαφορετικές, διαρκώς ανανεούμενες μορφές προσδίδει στην περιγραφή μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση.

Ένας σημερινός κουλής: Η ανάγνωση του Καζαντζάκη έφερε στη μνήμη μου ένα περιστατικό από μια εκδρομή στην αρχοντική Άνδρο, φέτος, το 2026. Ένας  «σημερινός κουλής», μελαχρινός, ηλιοκαμένος, περίπου εξηντάρης, μετέφερε τις βαλίτσες του γκρουπ με μια παραδοσιακή χειράμαξα. Έπρεπε να τις ανεβάσει στον ανηφορικό δρόμο από το ξενοδοχείο μέχρι το σημείο όπου περίμενε το λεωφορείο, για να τις φορτώσει.

Το φορτίο ήταν βαρύ και η ανηφόρα δύσκολη. Ο άνδρας, καταπονημένος, δυσκολευόταν να σύρει την άμαξα και δέχτηκε τη βοήθεια δύο ή τριών ανδρών από την ομάδα για να σύρει το βαρύ φορτίο! Ιδρωμένος, ίσως και ντροπιασμένος,  παρέδωσε τις βαλίτσες και μας αποχαιρέτησε με καλοσύνη. 

Η υπεύθυνη του ξενοδοχείου προσπάθησε να δικαιολογήσει την κατάσταση, εξηγώντας ότι αυτή ήταν η δουλειά του Γιάννη και ότι την έκανε εδώ και χρόνια. Το ίδιο και η υπεύθυνη του γκρουπ.

Η σκηνή με προβλημάτισε. Σε έναν τόπο ο οποίος συνδέεται με την ομορφιά, την αρχοντιά και τη φιλοξενία, η εικόνα ενός ανθρώπου που καταπονείται για να μεταφέρει τις αποσκευές των επισκεπτών δημιουργούσε μια δυσάρεστη αντίθεση. Δεν ήταν μόνο η σωματική κόπωση του αχθοφόρου η οποία με ενόχλησε, αλλά και η ευκολία με την οποία η συνθήκη αυτή μπορούσε να θεωρηθεί αυτονόητη, επειδή αποτελούσε τη δουλειά του.

Έτσι, η περιγραφή του συγγραφέα έπαψε να αφορά μόνο μια μακρινή Ιαπωνία του 1935. Συνδέθηκε με μια προσωπική εμπειρία του σήμερα(2026) και απέκτησε νέα επικαιρότητα. Αυτό το οποίο φοβόταν ο Καζαντζάκης εξακολουθεί να υπάρχει, δεν ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν. 

Η τροφή ως πολιτιστικός κώδικας: Ανάλογη με τσάι είναι και η τελετή του φαγητού. Ο τρόπος με τον οποίο προσφέρεται και καταναλώνεται η τροφή αποκαλύπτει κοινωνικούς κανόνες, αισθητικές αντιλήψεις και σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Όπως το τσάι, έτσι και το φαγητό αποκτά στην ιαπωνική καθημερινότητα ιδιαίτερη πολιτισμική σημασία. Ο τρόπος με τον οποίο παρασκευάζεται, προσφέρεται και καταναλώνεται η τροφή αποκαλύπτει κοινωνικούς κανόνες, αισθητικές αντιλήψεις και μορφές επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους.

Στην Καμακούρα, ο Καζαντζάκης παρατηρεί λεπτομέρειες τις οποίες ένας αδιάφορος επισκέπτης ίσως προσπερνούσε: τα σκεύη, τις κινήσεις των ανθρώπων, τον τρόπο με τον οποίο παίρνουν και προσφέρουν την τροφή, τη διάταξη του χώρου και την ατμόσφαιρα του γεύματος. Για τον ίδιο, τίποτε από αυτά δεν είναι ασήμαντο. Μέσα στις μικρές αυτές πράξεις αποτυπώνεται ένας ολόκληρος τρόπος ζωής.

Η τροφή δεν είναι μόνο αυτό που τρώμε. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο τρώμε, οι άνθρωποι με τους οποίους μοιραζόμαστε το γεύμα, τα σκεύη τα οποία χρησιμοποιούμε και οι κανόνες που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά μας στο τραπέζι. Το γεύμα γίνεται έτσι μια κοινωνική πράξη, μέσα από την οποία εκφράζονται η φιλοξενία, ο σεβασμός, η οικειότητα και η αίσθηση του ανήκειν.


Η γιορτή και η καθημερινότητα: «Ω ανθισμένη κερασιά, πως μοιάζεις με τη ζωή!

Τη στιγμή που σε κοιτάζω ν’ ανθίζεις, έχεις κιόλας μαδήσει!»( σ.76).

Η ανθισμένη κερασιά αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της Ιαπωνίας, όχι μόνο για την ομορφιά της, αλλά και για τους συμβολισμούς που τη συνοδεύουν. Η σύντομη διάρκεια της ανθοφορίας, η στιγμή της πλήρους άνθησης και η γρήγορη πτώση των πετάλων παραπέμπουν στην παροδικότητα της ζωής, στην ομορφιά η οποία δεν διαρκεί και στην ανάγκη του ανθρώπου να βιώσει το παρόν.

Ο Καζαντζάκης δεν αντιμετωπίζει την ανθισμένη κερασιά ως ένα απλό φυσικό θέαμα. Παρακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο η φύση επηρεάζει τη συλλογική ζωή και μετατρέπεται σε αφορμή για συνάντηση, γιορτή και κοινωνική συμμετοχή. Οι άνθρωποι εγκαταλείπουν για λίγο τις καθημερινές τους ασχολίες, συγκεντρώνονται, περπατούν, τραγουδούν και μοιράζονται τη χαρά της άνοιξης. Βγαίνουν από την ατομική ρουτίνα και γίνονται συλλογικό σώμα.

Η φύση γίνεται έτσι μέρος του πολιτισμού. Ένα φυσικό φαινόμενο αποκτά κοινωνικό νόημα, καθώς συνδέεται με έθιμα, θρησκευτικές πρακτικές, συλλογικές μνήμες και αισθητικές αντιλήψεις. Η ανθοφορία δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο θαυμασμού, αλλά και αφορμή για την ανανέωση των κοινωνικών δεσμών.

Ο Καζαντζάκης παρακολουθεί τους προσκυνητές  οι οποίοι ανηφορίζουν όλοι μαζί, γελώντας, τραγουδώντας στη «γιορτή των λουλουδιών». Άνδρες και γυναίκες πάνε να χαιρετίσουν την «γκέισα άνοιξη». Περιγράφει και ένα τάγμα βουδιστών μοναχών με κίτρινα ράσα που παίρνουν τον δρόμο της Νάρα. Η Νάρα είναι η «Μέκκα της Ιαπωνίας». Στην προσπάθειά του να κατανοήσει όσα βλέπει, ανακαλεί τα αρχαία ελληνικά Ανθεστήρια. Αναζητά αναλογίες ανάμεσα στις δύο πολιτισμικές εμπειρίες, συνδέοντας τη γιορτή των λουλουδιών στην Ιαπωνία με τις αρχαίες ελληνικές εκδηλώσεις οι οποίες  σχετίζονταν με την αναγέννηση της φύσης και τον θεό Διόνυσο. Η σύγκριση φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο ο περιηγητής προσεγγίζει έναν ξένο πολιτισμό μέσα από τις δικές του ιστορικές και πολιτισμικές αναφορές.

Ο Διόνυσος, στη φαντασία του Καζαντζάκη, μοιάζει να έχει εγκαταλείψει την Ελλάδα και να έχει φτάσει στις ιαπωνικές ακτές, ντυμένος με κιμονό και κρατώντας ένα ανθισμένο κλαδί κερασιάς. Μια εικόνα η οποία ταιριάζει με τη γιορτή των λουλουδιών. Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα ευφυές λογοτεχνικό εύρημα του συγγραφέα. Εκφράζει την ανάγκη του να αναγνωρίσει κοινά ανθρώπινα αισθήματα πίσω από διαφορετικές πολιτισμικές μορφές.


Οι κήποι: Ο Καζαντζάκης, επίσης, θαυμάζει τους κήπους, έργα τέχνης. Κάθε κήπος υποβάλλει μια αφηρημένη έννοια: γαλήνη, αγνότητα, ερημία, υπερηφάνεια… Υπάρχουν διάφοροι κήποι. Ανάμεσα στους κήπους ξεχωρίζουν οι λεγόμενοι κήποι του τσαγιού, οι οποίοι οδηγούν στο λιτό δωμάτιο όπου τελείται η παραδοσιακή τελετή. Υποβάλλουν το συναίσθημα της περισυλλογής, της λύτρωσης από την πολύβουη πόλη. Να νιώθεις ότι βρίσκεσαι μακριά από τον κόσμο.

Ο Καζαντζάκης ακούει με ενδιαφέρον τις εξηγήσεις ενός μοναχού για την ιστορία και τη σημασία των κήπων. Προσπαθεί να κατανοήσει την τεχνική της κατασκευής τους, αλλά και τη φιλοσοφία η οποία κρύβεται πίσω από αυτήν. Τον απασχολεί το πώς ένας περιορισμένος χώρος μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση του απέραντου και πώς η φροντίδα της φύσης μπορεί να γίνει άσκηση πνευματικής καλλιέργειας.

Η παρατήρηση τον οδηγεί από τον εξωτερικό κήπο στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Γράφει χαρακτηριστικά για την ανάγκη «να κάμεις τη μικροσκοπική καρδιά σου έναν τέτοιον απέραντο κήπο» (σ. 108). Η σκέψη αυτή συμπυκνώνει έναν βαθύτερο προβληματισμό. Όπως ο κηπουρός φροντίζει κάθε στοιχείο του κήπου, έτσι και ο άνθρωπος καλείται να καλλιεργήσει τον εσωτερικό του κόσμο, να περιορίσει όσα τον ταράζουν και να δημιουργήσει μέσα του χώρο για την ηρεμία, την αυτογνωσία και την ελευθερία. Η περιποίηση του κήπου γίνεται αφορμή για έναν στοχασμό γύρω από την αυτογνωσία και την πνευματική άσκηση. Αναρωτιέμαι,  πόσο δύσκολο να γίνει κάποιος ο κηπουρός της καρδιάς του!

Επίλογος: Ανάμεσα στην παράδοση και στον εκσυγχρονισμό

Η Ιαπωνία την οποία συναντά ο Νίκος Καζαντζάκης το 1935 είναι μια κοινωνία σε μετάβαση. Από τη μια πλευρά διατηρεί τις παραδόσεις της, τις τελετουργίες, τις θρησκευτικές πρακτικές, την αισθητική των κήπων, την ευγένεια των κοινωνικών συναναστροφών και τις ιδιαίτερες μορφές συλλογικής ζωής. Από την άλλη, αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς, ενισχύει τη βιομηχανία της, οργανώνει την εργασία και μεταβάλλει τις κοινωνικές της σχέσεις.

Οι αντιθέσεις αυτές διατρέχουν ολόκληρη την αφήγηση: η αισθητική της τελετουργίας του τσαγιού αντιπαραβάλλεται με την εξαντλητική εργασία, η κοινωνική ευγένεια με την ανισότητα και η παράδοση με τις διεκδικήσεις των νέων γυναικών. Ακόμη και η γιορτή της ανθισμένης κερασιάς αποκαλύπτει μια διπλή όψη της ζωής, καθώς η συλλογική χαρά συνυπάρχει με τον ανθρώπινο μόχθο. 

Μέσα από αυτές τις αντιθέσεις, η Ιαπωνία παύει να αποτελεί απλώς έναν εξωτικό τόπο και αποκαλύπτεται ως μια σύνθετη κοινωνία, με τις ομορφιές, τις αντιφάσεις και τις ανισότητές της. Η ματιά του Καζαντζάκη γίνεται έτσι αφετηρία για μια βαθύτερη κατανόηση του πολιτισμού και των ανθρώπων του.

Η δεύτερη ανάγνωση του Ταξιδεύοντας. Ιαπωνία – Κίνα με οδηγεί σε ένα ουσιαστικό συμπέρασμα: για να κατανοήσουμε έναν πολιτισμό, δεν αρκεί να θαυμάσουμε την ομορφιά του. Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε τις αντιφάσεις του, να ακούσουμε τις φωνές των ανθρώπων του και να αναζητήσουμε τα νοήματα που κρύβονται πίσω από τις καθημερινές τους πράξεις.

Ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικότερο μάθημα που μας αφήνει ο Καζαντζάκης: η αληθινή γνωριμία με έναν άλλο πολιτισμό αρχίζει όταν το βλέμμα μας παύει να αναζητά μόνο το διαφορετικό και στρέφεται προς τον άνθρωπο. Τότε οι δύο λέξεις με τις οποίες ξεκίνησε το ταξίδι του, «σακουρά» και «κοκορό», δηλ. το άνθος της κερασιάς και η καρδιά, αποκτούν ένα βαθύτερο νόημα. Η ομορφιά και η ανθρώπινη ευαισθησία δεν είναι πια δύο ξεχωριστές έννοιες, αλλά δύο δρόμοι προς την κατανόηση του άλλου.


Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.

check page rank
.....................................................................................................................