Ελένη Πριοβόλου «Η βίβλος της Ιώβ», εκδ. Καστανιώτη «Μόνο που εδώ ο Ιώβ αποκτά φύλο, σώμα και ιστορικότητα· γίνεται γυναίκα» Γράφει η Γιούλη Τσακάλου

 

https://www.fractalart.gr

Ελένη Πριοβόλου «Η βίβλος της Ιώβ», εκδ. Καστανιώτη



 

Η Ελένη Πριοβόλου ανήκει στις σταθερές και πολυσχιδείς φωνές της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, με έργο που κινείται ανάμεσα στο ιστορικό μυθιστόρημα και την κοινωνική αφήγηση, πάντα με έντονη ανθρωποκεντρική και πολιτική ευαισθησία. Η γραφή της διακρίνεται για την αφηγηματική της συνέπεια και τη σταθερή της προσήλωση στη διερεύνηση της Ιστορίας ως πεδίου ιδεολογίας και μνήμης.

Το νέο της μυθιστόρημα «Η βίβλος της Ιώβ», εκδόσεις Καστανιώτη, δεν είναι απλώς ένα ακόμη ιστορικό μυθιστόρημα· είναι μια πράξη ανάσυρσης, σχεδόν αρχαιολογικής, μιας γυναικείας φωνής που η Ιστορία κράτησε στο ημίφως. Με υλικό τη ζωή της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, η συγγραφέας συνθέτει ένα πολυεπίπεδο αφήγημα όπου η μνήμη, η γραφή και η πολιτική συνείδηση λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που δεν αναπλάθει απλώς το παρελθόν, αλλά το επανερμηνεύει, το μετατοπίζει και το καθιστά επιτακτικά παρόν.


Από τις πρώτες σελίδες, η δημιουργός εγκαθιστά μια ατμόσφαιρα σχεδόν εξομολογητική: η ηρωίδα, λίγο πριν από το τέλος της ζωής της, ανασύρει τα θραύσματα της διαδρομής της και τα συναρμολογεί σε ένα ιδιότυπο χρονικό αυτογνωσίας. Η αφηγηματική επιλογή η οριακή στιγμή μεταξύ ζωής και θανάτου δεν είναι τυχαία· επιτρέπει στη συγγραφέα να κινηθεί με άνεση ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο βιωμένο και το ιστορικό. Η μνήμη εδώ δεν λειτουργεί γραμμικά, αλλά κυματικά: επιστρέφει, επιμένει, αναθεωρεί. Κι έτσι, η αφήγηση αποκτά έναν ρυθμό σχεδόν αναπνευστικό, σαν να παλεύει η ίδια η γλώσσα να κρατηθεί στη ζωή.

Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου αναδύεται ως μια μορφή αντιφατική και γι’ αυτό αληθινή. Δεν είναι ηρωοποιημένη ούτε εξιδανικευμένη· είναι μια γυναίκα που φοβάται, αμφιβάλλει, ερωτεύεται, συγκρούεται. Και όμως, μέσα από αυτές τις ρωγμές, περνά το φως μιας βαθιάς πνευματικής αντοχής. Η Πριοβόλου δεν ενδιαφέρεται να κατασκευάσει ένα πρότυπο, αλλά να αποκαταστήσει μια παρουσία. Και το πετυχαίνει, ακριβώς επειδή επιτρέπει στην ηρωίδα της να παραμείνει ανθρώπινη, δηλαδή ατελής.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο το μυθιστόρημα συνομιλεί με τη γλώσσα. Η πεζογράφος, πιστή στη γνωστή της δεξιοτεχνία, υφαίνει έναν λόγο που ακροβατεί ανάμεσα στην ιστορική πιστότητα και τη σύγχρονη αναγνωστική ευαισθησία. Δεν επιχειρεί μια μιμητική αναπαραγωγή της εποχής, αλλά μια δημιουργική ανασύνθεση του ύφους της. Έτσι, η γλώσσα γίνεται πεδίο σύγκρουσης: καθαρεύουσα και δημοτική, παράδοση και ανανέωση, εξουσία και ελευθερία. Σε αυτό το επίπεδο, το μυθιστόρημα λειτουργεί σχεδόν μεταγλωσσικά, αναδεικνύοντας τον ίδιο τον λόγο ως χώρο ιδεολογικής διαπραγμάτευσης.

Εξίσου καίρια είναι η πολιτική διάσταση του έργου. Η σχέση του μυθιστορήματος με την Ιστορία λειτουργεί πρωτίστως πολιτικά και κοινωνικά, και αυτό διαπερνά κάθε σελίδα του βιβλίου. Η αφήγηση δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση γεγονότων, αλλά επιχειρεί να φωτίσει τους μηχανισμούς εξουσίας που τα παράγουν: την πατριαρχία, τον εθνικισμό, την εκπαιδευτική αυθεντία, τη θρησκευτική επιτήρηση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ηρωίδα δεν είναι απλώς μάρτυρας της εποχής της, αλλά ένα ενεργό υποκείμενο που αντιστέκεται, άλλοτε φανερά και άλλοτε υπόγεια.

Ο φεμινιστικός πυρήνας του μυθιστορήματος δεν διακηρύσσεται· αναδύεται οργανικά μέσα από τη δράση και τη σκέψη της Παπαδοπούλου. Η γραφή της γίνεται εργαλείο χειραφέτησης, όχι ως ρητορικό σχήμα, αλλά ως υπαρξιακή ανάγκη. Σε έναν κόσμο που της αρνείται τον λόγο, εκείνη απαντά γράφοντας. Και αυτή η πράξη, σχεδόν σωματική στη βιαιότητά της, αποκτά διαστάσεις αντίστασης. Δεν είναι τυχαίο ότι η δημιουργός επιλέγει να την παρουσιάσει ως «Ιώβ»: μια μορφή που δοκιμάζεται, αλλά δεν παραιτείται. Μόνο που εδώ ο Ιώβ αποκτά φύλο, σώμα και ιστορικότητα· γίνεται γυναίκα.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο αφηγηματικό εύρημα της νοερής συνομιλίας με τη Ζωρζ Σαντ. Η επιλογή αυτή δεν λειτουργεί απλώς ως διακειμενική γέφυρα, αλλά ως χώρος αυτοκριτικής και επανατοποθέτησης. Η Παπαδοπούλου, συνομιλώντας με μια άλλη γυναίκα-σύμβολο της ευρωπαϊκής γραμματείας, επανεξετάζει τις δικές της κρίσεις και τα δικά της όρια. Η σκηνή αυτή είναι από τις πιο ουσιαστικές του βιβλίου, γιατί μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την εξωτερική σύγκρουση στην εσωτερική διεργασία: από το «τι συνέβη» στο «πώς το κατανοώ εκ των υστέρων».

Ωστόσο, η δύναμη του μυθιστορήματος δεν έγκειται μόνο στη θεματική του, αλλά και στη συναισθηματική του ένταση. Υπάρχουν στιγμές όπου η αφήγηση αγγίζει μια σχεδόν ποιητική πυκνότητα, χωρίς να χάνει την αφηγηματική της συνοχή. Η αφηγήτρια γνωρίζει πότε να συγκρατεί και πότε να απελευθερώνει το συναίσθημα, αποφεύγοντας τόσο τον μελοδραματισμό όσο και την ψυχρή αποστασιοποίηση. Το αποτέλεσμα είναι μια γραφή που πάλλεται, που αναπνέει μαζί με τον αναγνώστη.

Αν θα μπορούσε να διατυπωθεί μια επιφύλαξη, αυτή αφορά τη σχετική πυκνότητα των ιστορικών αναφορών, που σε ορισμένα σημεία επιβραδύνουν τον αφηγηματικό ρυθμό. Ωστόσο, ακόμη και αυτό εντάσσεται στη συνολική φιλοδοξία του έργου: να αποτελέσει όχι μόνο ένα μυθιστόρημα, αλλά και μια μορφή λογοτεχνικής μαρτυρίας.

Εντέλει, η «Βίβλος της Ιώβ» είναι ένα βιβλίο που αξιώνει τον χρόνο και την προσοχή του αναγνώστη και τα ανταμείβει. Είναι ένα έργο που δεν φοβάται να είναι απαιτητικό, γιατί γνωρίζει ότι η αλήθεια που επιχειρεί να αρθρώσει δεν είναι απλή. Η συγγραφέας καταφέρνει να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην Ιστορία και τη λογοτεχνία, ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, και να μας υπενθυμίσει ότι οι φωνές που κάποτε σίγησαν δεν έπαψαν ποτέ πραγματικά να μιλούν. Αρκεί κάποιος να σκύψει και να τις ακούσει.

 

Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.

check page rank
.....................................................................................................................