Ο τρύγος στην Μπαμπίνη Ξηρομέρου (Αιτωλοακαρνανίας) αποτελεί μια από τις πιο παραδοσιακές και σημαντικές αγροτικές δραστηριότητες του χωριού, στενά συνδεδεμένη με την τοπική κουλτούρα και την οικονομία της περιοχής.
Τοπικές Ποικιλίες: Η περιοχή φημίζεται για την παραγωγή εκλεκτών σταφυλιών, με κυρίαρχες τις τοπικές ποικιλίες που προσαρμόζονται τέλεια στο μικροκλίμα του Ξηρομέρου.
ΦΩΤΟ. Τρύγος από τον αμπελώνα Αι.λιάς Νίκου Ευαγγέλου Παλιούρα
Ο Τρύγος στη Μπαμπίνη Ξηρομέρου
«Στα παλιά τα χρόνια…»
Στα παλιά τα χρόνια, σαν έμπαινε ο Σεπτέμβρης, η Μπαμπίνη άλλαζε. Άνοιγε ο καιρός, δρόσιζαν τα βράδια κι απ’ τα αμπέλια μοσχοβολούσε ο τόπος σταφύλι. Ήταν η ώρα του τρύγου.
Από τα χαράματα σηκώνονταν οι νοικοκυραίοι. Δεν είχε τότε πολλά-πολλά. Ένα κολατσιό στο χέρι, το μαχαίρι στη μέση και δρόμο για τ’ αμπέλι.
«Άιντε, να πάμε νωρίς, να μας προλάβει η δροσιά».
Και ξεκινούσε το καραβάνι. Άντρες, γυναίκες και παιδιά. Άλλος με την κόφα, άλλος με το καλαθάκι, άλλος με το μαχαίρι. Οι γυναίκες με τις ποδιές τους, οι άντρες με τα παλιά τους ρούχα κι οι πιτσιρικάδες να τρέχουν από δω κι από κει, περισσότερο για το παιχνίδι παρά για τη δουλειά.
Τα κλήματα ήταν φορτωμένα. Τσαμπιά γεμάτα, μαύρα και ξανθά, να γέρνουν τα κλαριά από το βάρος. Έπιανε ο τρυγητής το τσαμπί, το ’κοβε με το μαχαίρι και το ’ριχνε στην κόφα.
«Πρόσεχε μη μου τα πατήσεις!»
«Άσ’ τα εσύ αυτά και τρύγα, γιατί θα νυχτώσουμε!»
Κι ανάμεσα στη δουλειά, πείραγμα και γέλιο. Γιατί ο τρύγος, όσο κόπος κι αν ήτανε, είχε και τη χαρά του.
Στο αμπέλι δεν ήταν κανένας μοναχός. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Σήμερα στο δικό σου, αύριο στο δικό μου. Έτσι πορευόντουσαν τότε. Κι όταν γέμιζαν οι κόφες, έπρεπε να φορτωθούν και να πάρουν τον δρόμο για το χωριό.
Εκεί περίμενε το πατητήρι.
Κι άμα άρχιζε το πάτημα, άλλαζε πάλι ο κόσμος. Τα σταφύλια έσπαγαν κάτω απ’ τα πόδια και ο μούστος έτρεχε γλυκός, παχύς και μοσχοβολιστός.
Τα παιδιά στέκονταν παραδίπλα και περίμεναν την ώρα τους.
«Θα δοκιμάσω κι εγώ!»
«Μη βιάζεσαι, μωρέ, θα σου δώκουμε!»
Και δεν ήταν μόνο ο μούστος. Οι νοικοκυρές είχανε τη δική τους δουλειά. Κρατούσανε μούστο για τη μουσταλευριά, φτιάχνανε μουστοκούλουρα κι όλο το σπίτι μοσχοβόλαγε φθινόπωρο.
Μα η μεγαλύτερη χαρά ερχόταν αργότερα, σαν κατακάθιζε ο μούστος και άρχιζε να γίνεται κρασί.
Το κρασί της Μπαμπίνης ήταν καμάρι. Το ’βαζαν στα βαρέλια και το φύλαγαν για τον χειμώνα. Κι όταν ερχόταν ο μουσαφίρης, δεν γινόταν να φύγει χωρίς να πιει ένα ποτήρι.
«Βάλε του ένα κρασάκι, να δοκιμάσει τη σοδειά».
Κι εκεί γύρω απ’ το τραπέζι γίνονταν οι κουβέντες. Για τα χωράφια, για τα ζωντανά, για τον καιρό, για τα παιδιά. Άλλος έλεγε τα δικά του, άλλος τα δικά του, κι ο χρόνος περνούσε χωρίς να τον καταλαβαίνουν.
Γιατί έτσι ήταν η ζωή τότε στη Μπαμπίνη.
Είχε κόπο, είχε φτώχεια, είχε βάσανα. Είχε όμως και ανθρώπους που ξέρανε να στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον.
Ο τρύγος δεν ήταν μονάχα δουλειά. Ήταν αντάμωμα.
Ήταν οι φωνές μέσα στ’ αμπέλια.
Ήταν το γέλιο της γυναίκας και το πείραγμα του άντρα.
Ήταν το παιδί που γύρευε κρυφά ένα τσαμπί για να το φάει.
Ήταν η κόφα που γέμιζε.
Ήταν ο μούστος που έτρεχε στο πατητήρι.
Ήταν η μυρωδιά του φρέσκου κρασιού.
Και σαν έπεφτε το βράδυ και γύριζαν όλοι στα σπίτια τους, κουρασμένοι μα ευχαριστημένοι, ήξεραν πως άλλη μια σοδειά είχε μπει στο νοικοκυριό.
Σήμερα μπορεί να λιγόστεψαν τ’ αμπέλια. Μπορεί να σώπασαν πολλά παλιά πατητήρια και να μην ακούγονται πια εκείνες οι φωνές μέσα στα κλήματα.
Μα άμα σταθείς λίγο έξω απ’ το χωριό, εκεί που είναι τα παλιά αμπέλια, μπορεί και να σου φανεί πως ακούς ακόμα τη φωνή του παππού:
«Άιντε, τρυγάτε, παιδιά, γιατί ο ήλιος ανέβηκε!»
Και τότε καταλαβαίνεις πως ο τρύγος δεν χάθηκε.
Έμεινε μέσα στις κουβέντες των παλιών.
Έμεινε στις φωτογραφίες.
Έμεινε στις ιστορίες που λέγονται από γενιά σε γενιά.
Έμεινε στη γεύση του κρασιού και στη μυρωδιά του μούστου.
Κι έμεινε βαθιά χαραγμένος στη μνήμη της Μπαμπίνης.
Γιατί ο τρύγος ήταν μια φορά τον χρόνο, μα η ανάμνησή του κρατάει μια ζωή.
Και σαν λέμε σήμερα «ο τρύγος στη Μπαμπίνη», δεν θυμόμαστε μόνο τα σταφύλια.
Θυμόμαστε ανθρώπους.
Θυμόμαστε σπίτια.
Θυμόμαστε αμπέλια.
Θυμόμαστε μια Μπαμπίνη που μπορεί να πέρασε, μα δεν έφυγε ποτέ απ’ την καρδιά μας.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.