Εικόνα: το εξωκλήσι της Παναγίας στα Βλυζιανά Ξηρομέρου
«Να γυρίζεις την Ελλάδα, με τεντωμένο το αυτί, ν΄ακούς από το στόμα του λαού τη λέξη παρθένα ακόμα, χιλιάδες χρόνια αμουντζάλωτη από το μελάνι, και να την παίρνεις μαζί σου, όπως κλέφτουμε τη γυναίκα που αγαπούμε, με κουρσάρικη αναγάλλια! Να σκαρφαλώνεις βουνά, να πεινάς, να διψάς, να’σαι κατάκοπος, και ξαφνικά να τα ξεχνάς όλα γιατί αντάμωσες ένα βοσκό και σε φίλεψε μιαν άγνωστη «περίλαμπρη» λέξη!» Ν. Καζαντζάκη, Ταξιδεύοντας, Αγγλία, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1964, σ. 106.
Ο Νίκος Καζαντζάκης αγαπούσε να αφουγκράζεται τη ζωντανή γλώσσα του λαού. Αναζητούσε λέξεις, εκφράσεις και εικόνες στους ανθρώπους της υπαίθρου, στους αγρότες και στους τσοπάνηδες, εκεί όπου η γλώσσα δεν είναι απλώς τρόπος επικοινωνίας, αλλά κομμάτι της καθημερινής ζωής και της εμπειρίας.
Κάπως έτσι έφτασε και σε μένα μια μικρή φράση από το Ξηρόμερο. Δεν τη βρήκα γραμμένη σε κάποιο βιβλίο ούτε σε κάποιο λεξικό της περιοχής. Την άκουσα από έναν Ξηρομερίτη, τυχαία, σε μια συζήτηση. Την είπε με φυσικότητα πάνω στην κουβέντα μας και εγώ την κατέγραψα ως μια «περίλαμπρη» λαϊκή φράση, για να χρησιμοποιήσω τον χαρακτηρισμό του μεγάλου συγγραφέα.
«Το σάπιο σκ(ου)τί δεν παίρνει μπάλωμα». Αυτή ήταν η φράση. Μια απλή φράση, βγαλμένη από τη λαϊκή σοφία του Ξηρομέρου, που κρύβει μέσα της μια ολόκληρη αντίληψη για τη φθορά, τη διόρθωση και τα όρια της προσπάθειας.
Μια παροιμία που ειπώθηκε από έναν αγρότη, τον Γεράσιμο Δοκανίκη, στα Βλυζιανά Ξηρομέρου, γίνεται αφορμή να σταθούμε στη δύναμη της προφορικής παράδοσης. Γιατί πολλές φορές οι πιο δυνατές λέξεις δεν βρίσκονται στα βιβλία, αλλά στο στόμα των ανθρώπων που έμαθαν τη ζωή μέσα από τη γη, το κοπάδι και την καθημερινή εμπειρία. Και ίσως εδώ βρίσκεται και η συγγένεια με εκείνο που αναζητούσε ο Καζαντζάκης: τη ζωντανή, αυθεντική ελληνική γλώσσα εκεί όπου γεννιέται, στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Αυτή η ξηρομερίτικη παροιμία είναι ένα κομμάτι προφορικής μνήμης που πέρασε από στόμα σε στόμα και έφτασε μέχρι εμάς. Ο ίδιος ο άνθρωπος που την ανέφερε στην κουβέντα του, όταν τον ρώτησα τι σημαίνει αυτή η φράση, μου έδωσε τη λαϊκή ερμηνεία της:
« Άμα είναι άχρηστος ο άνθρωπος, ό,τ’ και να κάνεις άχρηστος θα μείνει! Δε διορθώνεται με τίπουτα. Άσ’ τη δ’ λειά. Ο σάπιος άνθρωπος δεν παίρνει διόρθωσ’. Κατάλαβες; Είναι σαν το σάπιο σκ’τί. Πέτα το στο ρέμα, δεν παίρνει μπάλωμα!
Αυτήνη την κ’βέντα τ’ν είχα ακούσ’ από παλιά. Τ’ν λέω κάποιες φορές κι εγώ».(Προφορική αφήγηση Γερ. Δοκανίκη).
H λέξη «σκ’τί» είναι ιδιωματικός τύπος της λέξης σκουτί της κοινής νεοελληνικής. Στην ξηρομερίτικη προφορά συχνά αποβάλλονται τα άτονα φωνήεντα καθώς και το -ου. Σκουτί είναι το ύφασμα. Η λέξη «μπάλωμα» είναι γνωστή και περιγράφει μια ιδιαίτερα διαδεδομένη, στην αγροτική κοινωνία των περασμένων δεκαετιών, τεχνική επιδιόρθωσης και συντήρησης των φθαρμένων και σκισμένων ρούχων. Τα ρούχα δεν πετιούνταν εύκολα. Μπαλώνονταν, ξαναμπαλώνονταν και φοριούνταν όσο άντεχαν. Το μπάλωμα ήταν κυρίως γυναικεία εργασία. Η νοικοκυρά αναλάμβανε τη φροντίδα και τη συντήρηση των ρούχων της οικογένειας και προσπαθούσε να παρατείνει τη διάρκεια χρήσης τους, σε εποχές που η αντικατάστασή τους δεν ήταν εύκολη. Δεν υπήρχε τότε η υπερκατανάλωση της σημερινής εποχής. Η γυναίκα αξιοποιούσε κομμάτια από άλλο γερό ύφασμα για να μπαλώσει τα φθαρμένα ρούχα. Η νοικοκυροσύνη και η δεξιότητά της φαινόταν ακόμη και στο μπαλωμένο, στο «χιλιομπαλωμένο» ρούχο. Όταν ένα ύφασμα ήταν «σάπιο» δεν έπαιρνε μπάλωμα. Η φθορά του ήταν ανεπανόρθωτη. Δεν υπήρχε στέρεο τμήμα ώστε να δεχτεί το μπάλωμα.
Αυτή την τεχνική της καθημερινότητας εκείνης της εποχής ο άνθρωπος την έκανε λιτή έκφραση και τη χρησιμοποίησε μεταφορικά για ανθρώπους: το σάπιο σκουτί είναι ο «άχρηστος», ο «σάπιος» άνθρωπος, όπως μου εξήγησε ο συνομιλητής μου στα Βλυζιανά. Εκείνος που, εξαιτίας της συμπεριφοράς και των πράξεών του, φαίνεται να μην επιδέχεται πλέον διόρθωση. Η φράση δεν αφορά ένα μεμονωμένο λάθος ή μια πρόσκαιρη κακή συμπεριφορά, αλλά την επανάληψη των ίδιων λαθών, παρά τις συμβουλές και τις προσπάθειες των άλλων να βοηθήσουν. Όπως το σάπιο σκουτί δεν έχει πια γερό σημείο πάνω στο οποίο μπορεί να στερεωθεί ένα μπάλωμα, έτσι και ένας άνθρωπος που έχει φθαρεί βαθιά στη συμπεριφορά του δύσκολα μπορεί να αλλάξει, όταν ο ίδιος δεν θέλει ή δεν προσπαθεί να αλλάξει. Η παροιμιακή φράση, επομένως, μιλά για τα όρια της προσπάθειας και για τη στιγμή κατά την οποία η φθορά γίνεται ανεπανόρθωτη.
Σήμερα, βέβαια, η παροιμία αποκτά και μια διαφορετική διάσταση. Ζούμε σε μια εποχή όπου πολλά πράγματα αντικαθίστανται πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι παλιότερα. Το μπάλωμα, η επιδιόρθωση και η παράταση της ζωής ενός ρούχου δεν αποτελούν πια καθημερινή πρακτική για τους περισσότερους. Και όμως, η εικόνα παραμένει κατανοητή, γιατί η ανάγκη να ξεχωρίσουμε ανάμεσα σε κάτι που μπορεί να διορθωθεί και σε κάτι που έχει φθαρεί ανεπανόρθωτα υπάρχει ακόμη.
Και ίσως γι’ αυτό αξίζει να κρατήσουμε τη φράση, ως μια παλιά ξηρομερίτικη παροιμία, αλλά και ως ένα μικρό γλωσσικό αποτύπωμα μιας κοινωνίας που ήξερε να παρατηρεί τα πράγματα γύρω της και να μετατρέπει την καθημερινή εμπειρία σε λόγο. Ένα «σάπιο σκ(ου)τί», ένα μπάλωμα και μια κουβέντα ενός αγρότη αρκούν για να μας θυμίσουν πως η λαϊκή γλώσσα δεν περιγράφει απλώς τη ζωή, την ερμηνεύει.
Έτσι, μια φράση που ειπώθηκε ένα βράδυ στα Βλυζιανά, μέσα σε μια απλή κουβέντα, περνά από το στόμα ενός ανθρώπου στο χαρτί και από την προφορική μνήμη στη γραπτή καταγραφή. Σκοπός είναι να μη χαθούν αυτές οι μικρές, «αμουντζάλωτες από το μελάνι» λέξεις και φράσεις του λαού, πριν χαθούν μαζί τους και οι κόσμοι μέσα στους οποίους γεννήθηκαν.
Μάλλον αυτό ακριβώς αναζητούσε ο Καζαντζάκης γυρίζοντας την Ελλάδα: όχι μόνο σπάνιες λέξεις, αλλά και τη σοφία που κρύβεται μέσα τους, όσο ακόμη ακούγονται ζωντανές στο στόμα του λαού.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.