Μάνα μου, καπνοφύτισσα, το κλαρωτό φουστάνι
κατάμαυρο σου τόβαψε, μουντό σαν καταχνιά,
η πικρή κόλλα του καπνού. Φαρμακερό βοτάνι,
όλα της τα φαρμάκωσες ζήση, ψυχή, καρδιά [...]
Πάνος Χατζόπουλος, «Βραχωρίτικο»
Κυρίες και κύριοι, επέλεξα να ξεκινήσω με αυτούς τους στίχους του Π. Χατζόπουλου ο οποίος στο πρόσωπο της καπνοφύτισσας μάνας αναγνωρίζει μια ολόκληρη γενιά γυναικών της Αιτωλοακαρνανίας.
Η ποίηση, πολλές φορές, κατορθώνει να διασώσει όσα η επίσημη ιστορία αφήνει στο περιθώριο. Εκεί όπου τα αρχεία καταγράφουν ποσότητες καπνού, εξαγωγές και οικονομικά μεγέθη, ο ποιητής καταγράφει τον άνθρωπο. Τη μάνα. Τη γυναίκα που ξημέρωνε στο καπνοχώραφο. Αυτή τη γυναίκα επιθυμούμε να τιμήσουμε σήμερα στο Καινούργιο Αιτωλ/νίας.
Οι γυναίκες καπνοφύτισσες, με την υπομονή και τη σιωπηλή τους δύναμη, έγραψαν ένα σημαντικό κεφάλαιο της τοπικής ιστορίας. Αυτές οι γυναίκες, από τη σπορά μέχρι την πώληση του καπνού, είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν ήταν μια βοηθητική παρουσία στον καλλιεργητικό κύκλο του καπνού.
Η καπνοκαλλιέργεια είναι μια αγροτική διαδικασία, η οποία απαιτεί πολλά εργατικά χέρια στις περιόδους έντασης, που εστιάζονται κατά τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες (μεταφύτευση και συλλογή καπνού αντίστοιχα).
Άνδρες και γυναίκες, ως δρώντα υποκείμενα στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία, έχουν απέναντι στον καπνό ρόλους ανάλογους με εκείνους που έχουν απέναντι στα παιδιά τους. Η γυναίκα αναλαμβάνει όλες τις εργασίες για τη γέννηση, τη βλάστηση, την ανάπτυξη του καπνού, όπως ακριβώς μεγαλώνει το παιδί της, το γεννάει, το τρέφει, το φροντίζει σχεδόν αποκλειστικά εκείνη. Ο άνδρας επεμβαίνει στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού, μετά από ορισμένο στάδιο ανάπτυξής του. Κάπως έτσι επεμβαίνει και στον καπνό.
Ο καλλιεργητικός κύκλος του καπνού είναι ευρύς και τα στάδια πολλά: το όργωμα, ο σπόρος, η μεταφύτευση, το σκάλισμα, η συγκομιδή, το αρμάθιασμα, η αποξήρανση, η βαντακοποίηση, η δεματοποίηση και τελικά η πώληση.
Εμείς θα εστιάσουμε στις πιο σημαντικές φάσεις, όπου το γυναικείο φύλο έχει βαρύνοντα ρόλο.
Ι).Η μεταφύτευση: η πρώτη μεγάλη δοκιμασία είναι η μεταφύτευση, «το φύτεμα», όπως λέγεται η καλλιεργητική διαδικασία κατά την οποία τα καπνόφυτα εκριζώνονται από το σπορείο, τη «φυντανιά» και μεταφέρονται για να φυτευτούν ένα προς ένα στο καπνοχώραφο. Το φύτεμα είναι κατ’ εξοχήν γυναικεία εργασία, χωρίς βέβαια να υπάρχει αυστηρός αποκλεισμός των ανδρών.
Οι γυναίκες της οικογένειας, μάνα και κόρες, αναλαμβάνουν τη δραστηριότητα αυτή, η οποία ήταν ιδιαίτερα κουραστική, με τα πρωτόγονα μέσα που συντελούνταν στην παραδοσιακή καλλιέργεια. Ολημερίς σκυμμένες στο χώμα, σουφλίζουν αδιάκοπα το έδαφος ανοίγοντας τρύπες, όπου φυτεύουν ένα ένα τα φυντάνια μέχρι αργά, όταν ο ήλιος γέρνει στη δύση του. Η μέση λυγίζει στο χώμα, τα χέρια ματώνουν, ο ιδρώτας ποτίζει τη γη… Κάθε φυντάνι, που η καπνοφύτισσα φύτευε στο χώμα, ήταν μια προσδοκία για τη σοδειά, ένα στήριγμα για την οικογένεια, μια ελπίδα για τα παιδιά της.
Η σχέση της με τη γη ήταν σχέση ζωής. Εκείνη έδινε τον κόπο και τον ιδρώτα της και η γη ανταπέδιδε τον καρπό της. Τη σοδειά του καπνού. «[…]Mάνα και συ, μάνα κι η γη, της δίνεις και σου δίνει.
Ολοχρονίς παλαίβετε κι οι δυο αντρειωμένες». Δανείζομαι τους στίχους του Διονύση Δουβίτσα.
Αργά, όταν οι γυναίκες επέστρεφαν από το χωράφι στο σπίτι, «ξιπατωμένες», «ξιμεσασμένες», «ξινταφιασμένες», δεν είχαν τη δυνατότητα να ξεκουραστούν. Έπρεπε να φροντίσουν το νοικοκυριό, την οικογένεια, τα οικόσιτα ζώα, τον κήπο. «Δεν είχαμε αναπαή», μου είπε χαρακτηριστικά μια καπνοφύτισσα. «χρόνια και χρόνια δούλεψη xωρίς ανάσα μια», γράφει γι’ αυτή ο ποιητής.
Οι δύσκολες συνθήκες εργασίας, σε συνδυασμό με το αγροτικό ωράριο, το οποίο ορίζεται από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου, «από ήλιο σε ήλιο», για να χρησιμοποιήσω τη λαϊκή έκφραση, καθιστά τη μεταφύτευση μια από τις πιο σκληρές φάσεις της καπνοκαλλιέργειας.
Στην περιοχή μας, κατά την παραδοσιακή καλλιέργεια, το φύτεμα γινόταν με ένα απλό εργαλείο, ένα ξύλινο σουφλί, το οποίο συναντάται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, με διαφορετικές κατά τόπους ονομασίες. Στα νεότερα χρόνια το ξύλινο σουφλί αντικαταστάθηκε με το σιδερένιο, το οποίο συνήθως το χειρίζονταν οι άνδρες.
Οι καπνοφύτισσες αφηγούνται σήμερα τον μόχθο τους στα καπνοχώραφα, τότε που δεν υπήρχαν οι μηχανές και ήταν αναγκασμένες να φυτεύουν με το πρωτόγονο μέσο, σκυμμένες ώρες ατέλειωτες στο αυλάκι.
Ας «ακούσουμε» μια καπνοφύτισσα από το Καινούργιο Αγρινίου:
«Το φύτεμα ήτανε πολύ κουραστικό. Με το σουφλί, να φυτεύεις όλη μέρα. Μας πονούσε η μέση και τα πόδια, οι μυς. Η μέση, ειδικά τις δυο πρώτες μέρες, είμασταν πιασμένες. Κάναμε εντριβές το βράδυ για να μας περάσει ο πόνος. Την άλλη μέρα το πρωί, πάλι για δουλειά. Με τα χέρια το φύτεμα παλιά. Κουραστική δουλειά. Κάναμε και δανεικά η μία με την άλλη οικογένεια εδώ στη γειτονιά, μέχρι να γίνει το φυντάνι μας, να ωριμάσει, να το φυτέψουμε στο χωράφι μας…
Κούραση, από παιδιά ξυπόλητα στα χωράφια μέχρι που καταργήθηκαν τα καπνά και τώρα έχουμε τις ελιές» (Προφορική αφήγηση της Σταυρούλας Σιάσου – Καρναβιά, 23/08/2026).
Η συγκομιδή: ύστερα ερχόταν η πιο δύσκολη φάση της καλλιέργειας: η συγκομιδή, «το μάζεμα» ή «το σπάσιμο», όπως λέγεται στη γλώσσα των παραγωγών. Τότε τα φύλλα του καπνού, τα οποία βρίσκονται στο κατάλληλο στάδιο ωρίμανσης, αποκόπτονται από το φυτό, συλλέγονται και μεταφέρονται στην αυλή ή την αποθήκη του παραγωγού. Στη φάση αυτή δοκιμάζονταν οι αντοχές ολόκληρης της οικογένειας, με πρωταγωνίστριες και πάλι τις γυναίκες.
Ο καπνός είναι ευαίσθητο προϊόν, για τούτο τα φύλλα του έπρεπε να μαζευτούν στην ώρα τους, προκειμένου να διατηρήσουν την ποιοτική και ποσοτική αξία τους.Το «μάζεμα» του καπνού, γινόταν πολύ πρωί, σχεδόν νύχτα. Εκείνο που ήταν ιδιαίτερα εξαντλητικό στη φάση αυτή είναι το ωράριο, το οποίο οριοθετείται από «νύχτα σε νύχτα», σύμφωνα με τη λαϊκή έκφραση, η οποία αποδίδει έτσι το μακρύ ωράριο από τις 2 ή 3 η ώρα τα ξημερώματα μέχρι τις 9 με 10 το βράδυ.
Το αρμάθιασμα: Μετά το μάζεμα των καπνόφυλλων, ακολουθεί το αρμάθιασμα ή βελόνιασμα, το «μπιλόνιασμα» του καπνού, για να χρησιμοποιήσω το γλωσσάρι των καπνοκαλλιεργητών. Ήταν μια συλλογική διαδικασία, στην οποία συμμετείχαν όλα τα μέλη της οικογένειας και ιδιαίτερα οι γυναίκες. Στο στάδιο αυτό σημαντική ήταν και η συμμετοχή των παιδιών, η εργασία των οποίων θεωρούνταν αναγκαία και αποτελούσε μέρος της καθημερινής αγροτικής ζωής.
Το αρμάθιασμα με το χέρι και την ατσάλινη βελόνα ήταν μια εξαιρετικά χρονοβόρα εργασία, που συχνά συνεχιζόταν μέχρι αργά τη νύχτα. Αυτή την περίοδο οι καπνοπαραγωγοί δουλεύουν δύο οχτάωρα μαζί και περισσότερο. «Δε χόρταινα τον ύπνο», λένε οι περισσότεροι στις αφηγήσεις τους. Δεν προλαβαίνανε ούτε να πλυθούν καλά καλά, και μάλιστα σε νοικοκυριά τα οποία δεν είχαν τις σύγχρονες ανέσεις. Ο καπνός άφηνε μια κολλώδη ουσία, που δύσκολα έβγαινε από τα χέρια και τα ρούχα τους.
Οι γυναίκες πρωταγωνιστούν και σε αυτή τη χρονοβόρα διαδικασία μέχρι να τελειώσουν οι στοίβες με τα φύλλα του καπνού. Οι ώρες περνούσαν, τα μάτια βάραιναν από την αϋπνία, τα χέρια κουράζονταν, καμιά φορά κόβονταν από τη βελόνα, όμως η εργασία συνεχιζόταν. Η γυναίκα αρμαθιάστρα σκούπιζε με τις άκρες του μαντηλιού της τον ιδρώτα του προσώπου και συνέχιζε να περνάει το ένα φύλλο μετά το άλλο στη βελόνα με προσοχή και άδειαζε κάθε βελόνα στην κλωστή μέχρι να γίνει η αρμάθα της. Κάποιες φορές, όταν η κούραση πάλευε να την νικήσει, όταν το αποκαμωμένο σώμα της δεν άντεχε άλλο, έλεγε: «θα κλείσω τα μάτια μου λίγο, όσο να φτιάξετε μια αρμάθα»! Της αρκούσε τόσος ύπνος, όσος χρειαζόταν για να ολοκληρωθεί μια αρμάθα καπνού. Ύστερα συνέχιζε πάλι.
Μετά το αρμάθιασμα, οι γυναίκες συνεχίζουν τις εργασίες του νοικοκυριού και την προετοιμασία για την επόμενη μέρα.
Η εκμηχάνιση της καπνοκαλλιέργειας :
Η σταδιακή εκμηχάνιση της καπνοκαλλιέργειας επέφερε σημαντικές αλλαγές στον τρόπο εργασίας στα καπνοχώραφα. Η φυτευτική μηχανή μείωσε τον χρόνο και τον σωματικό κόπο της μεταφύτευσης. Η μηχανή αρμαθιάσματος αντικατέστησε τη χρονοβόρα εργασία με την ατσάλινη βελόνα. Οι αλλαγές αυτές ανακούφισαν κυρίως τις γυναίκες, οι οποίες σήκωναν το μεγαλύτερο βάρος αυτών των εργασιών. Ωστόσο, η συγκομιδή των καπνόφυλλων παρέμεινε χειρωνακτική, αφού δεν επινοήθηκε αντίστοιχη μηχανή. Το γυναικείο φύλο βγήκε αρκετά κερδισμένο από την εξέλιξη αυτή και επιτέλους είχε χρόνο για ξεκούραση, για «αναπαή».
Ο ρόλος της Καπνοφύτισσας στον Πολιτισμό της περιοχής:
Η καπνοφύτισσα, πέρα από τον καθοριστικό της ρόλο στην οικονομία της οικογένειας, υπήρξε και ένας σημαντικός φορέας της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Αιτωλοακαρνανίας. Στους χώρους της εργασίας, στα καπνοχώραφα, στις αυλές των σπιτιών ή στις αποθήκες όπου γινόταν το αρμάθιασμα, αναπτύσσονταν μορφές κοινωνικής επικοινωνίας και μετάδοσης της συλλογικής μνήμης. Μέσα από τον προφορικό λόγο, τα τραγούδια, τις αφηγήσεις, τα παραμύθια, τις παροιμίες, οι μεγαλύτερες γυναίκες μετέδιδαν στις νεότερες γενιές γνώσεις, αξίες και αντιλήψεις που συγκροτούσαν την πολιτισμική ταυτότητα της κοινότητας.
Επίσης, διατηρούσαν ζωντανά τα έθιμα του τόπου, τις πρακτικές του οικογενειακού και κοινωνικού βίου και τις παραδόσεις που συνόδευαν τις μεγάλες στιγμές της ζωής, όπως ο γάμος, η γέννηση και οι θρησκευτικές γιορτές.
Οι γυναίκες αυτές παράλληλα με την καλλιέργεια του καπνού καλλιέργησαν και αξίες. Στο πρόσωπο της καπνοφύτισσας συναντούμε την εργατικότητα ως στάση ζωής! Η υπομονή της να αντέχει τις δυσκολίες, τις στερήσεις, τις αβεβαιότητες ήταν δύναμη ψυχής. Η αντοχή στη σωματική κούραση της δουλειάς και στο βάρος των ευθυνών που κουβαλούσε αναδεικνύουν το σθένος και την ακατάβλητη θέλησή της.
Δούλευε στο χωράφι, στήριζε την οικογένεια, συμμετείχε αποφασιστικά στην οικονομική επιβίωση του νοικοκυριού. Ταυτόχρονα ήταν άνθρωπος της συνεργασίας και της αλληλεγγύης. Οι γυναίκες βοηθούσαν η μία την άλλη, μοιράζονταν τους κόπους, τις αγωνίες, τις λύπες και τις χαρές τους. Δημιουργούσαν δεσμούς που ξεπερνούσαν την απλή γειτονική σχέση.
Πάνω από όλα ήταν γυναίκες της προσφοράς, χωρίς να περιμένουν ανταπόδοση. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή τους ήταν η προκοπή της οικογένειας και η πρόοδος των παιδιών τους.
Επίλογος: Η ιστορία της καπνοκαλλιέργειας στην Αιτωλοακαρνανία δεν γράφτηκε μόνο με αριθμούς, παραγωγές, εξαγωγές και οικονομικά μεγέθη. Γράφτηκε πάνω στη γη, με τα χέρια των ανθρώπων που την καλλιέργησαν. Και κυρίως, με τα χέρια των γυναικών του καπνού. Χέρια που φύτεψαν χιλιάδες φυντάνια, που μάζεψαν και αρμάθιασαν αμέτρητα φύλλα καπνού. Χέρια κουρασμένα, ροζιασμένα και σκληρά. Χέρια που είχαν πάνω τους τη μυρωδιά και την κόλλα του καπνού.
Η προσφορά της καπνοφύτισσας δε μετριέται μόνο σε ποσότητες και τόνους καπνού. Μετριέται σε χρόνια μόχθου, σε ξενύχτια, σε στερήσεις, σε αγωνίες, σε θυσίες που πολλές φορές έμειναν αθέατες.
Σήμερα, εδώ, στο Καινούργιο Αιτωλοακαρνανίας, έχουμε χρέος να πούμε ένα μεγάλο Ευχαριστώ(!) στις γυναίκες, τις ηρωίδες του καπνού, για όσα πρόσφεραν στον τόπο μας. Η ιστορία της Αιτωλοακαρνανίας γράφτηκε και με τα δικά τους χέρια πάνω στα καπνοχώραφα!
Σημείωση: το παρόν κείμενο είναι από την ομιλία της γράφουσας η οποία εκφωνήθηκε σε εκδήλωση που οργανώθηκε, κατά τα «Θέστια 2026), στο Δημοτικό γήπεδο Καινουργίου, Κυριακή, 30 Αυγούστου 2026.
Μετά την ομιλία – αναφορά στην Καπνοφύτισσα ακολούθησε θεατρικός μονόλογος με τίτλο: «Ένας γέρος «καπνισμένος» διηγείται…». Αφηγητής: Νίκος Κωστούλας, μέλος Δ.Σ. του Πολιτιστικού Συλλόγου Αγία Τριάδα του Κρύου Νερού.
Κείμενα: Μαρία Βασιλοπούλου, φιλόλογος.
Στο χώρο της εκδήλωσης - αφιερώματος στον Καπνό και την Καπνοφύτισσα λειτούργησε μια μικρή έκθεση αντικειμένων που συνδέονται με τον καπνό: λινάτσες, τσόλια, ποτιστήρι, αγκλιδέρες, σπάγκος, αρμάθα, δοχείο φελιζόλ για κρύο νερό κ.λπ.
Το αφιέρωμα στον Καπνό και την Καπνοφύτισσα συνδιοργάνωσαν η Δόξα Καινουργίου και η Αρχαιολογική Ιστορική Λαογραφική Εταιρία Θεστιέων. Ακολούθησε μουσική βραδιά από το συγκρότημα ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.