Η μαγειρική του εργένη- Γράφει ο Παναγιώτης Ηλ. Χολής

 


Η μαγειρική του εργένη

Περνώντας από μια λαϊκή, είδα στον πάγκο, καλοστημένες, με τάξη και ομορφιά, μελιτζάνες φλάσκες. Τις λιμπίστηκα, να σας πω την αλήθεια.
Η εικόνα αυτή μου έφερε αυτόματα στη σκέψη το μαγείρεμά τους στη μικρή γκαρσονιέρα της Καλλιθέας, όπου έμενα με τον αδερφό μου, κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Νεαρότατος και εργένης. Εσωτερικός «μετανάστης», όπως χιλιάδες άλλα παιδιά και εκατοντάδες συγχωριανοί και κοντοχωριανοί.

Μαγειρεύαμε μόνοι μας. Ξέραμε, δεν ξέραμε, η ανάγκη της επιβίωσης και η άδεια σχεδόν τσέπη, σε ένα ξένο και άγνωστο, δαιδαλώδες μέρος, μας έκανε να μάθουμε.
Οι μελιτζάνες ήταν ένα εύκολο και γρήγορο φαγητό. Παίρναμε τη συνταγή είτε από τη μάνα μας στο χωριό, είτε από φίλες, είτε από τον Τσελεμεντέ, που ήταν πάντα στο δωμάτιο. Ο Τσελεμεντές ήταν τότε κάτι σαν απαραίτητος σύντροφος του εργένη.
Μου άρεσαν οι μελιτζάνες και τις μαγείρευα, μάλλον... καλά.
Ας δούμε λοιπόν τη δική μου, άλλη συνταγή της εποχής.
Τρεις μελιτζάνες φλάσκες, καθαρές και χοντρούλικες, για δύο ή και τρία άτομα
Τις πλέναμε καλά και τις κόβαμε φέτες, είτε οριζόντια είτε κάθετα. Τις βάζαμε πρώτα στη ζεστή κατσαρόλα, για να φύγουν τα όποια νερά είχαν (Εκείνη την εποχή είχαμε το πετρογκάζ και όχι κουζίνες). Κατόπιν ρίχναμε στην κατσαρόλα ελαιόλαδο και τριμμένο κρεμμύδι και τις τσιγαρίζαμε ελαφρώς, μέχρι να ροδίσουν.
Στη συνέχεια ρίχναμε νερό μέχρι να σκεπαστούν, σάλτσα ή τοματοπελτέ, αλάτι,πιπέρι και δύο φύλλα δάφνης για άρωμα. Προσθέταμε και πατατούλες για να αυγατίσει το φαγητό μας.
Κλείναμε την κατσαρόλα και, σε σιγανή φωτιά, περιμέναμε να βράσουν. Μισή ώρα περίπου και οι μελιτζάνες μας ήταν έτοιμες.
Ανοίγαμε το καπάκι και κοιτούσαμε το ζουμί. Έπρεπε να είναι οριακά ρευστό, όχι νερουλό δηλαδή.
Οι μελιτζάνες μας ήταν έτοιμες.
Έμοιαζαν λίγο με ιμάμ, αλλά εμείς τις λέγαμε απλά «μελιτζάνες κατσαρόλας με σάλτσα». Και φυσικά συνοδεύονταν με τυρί από το χωριό. Τη φέτα εμείς τότε τη λέγαμε «τυρί». Το όνομα «φέτα» δεν το γνωρίζαμε.
Στο τραπέζι πολλές φορές καλούσαμε και φίλους, χωριανούς επίσης εργένηδες.
Ένα πιάτο μελιτζάνες, λίγο τυρί από το χωριό, ψωμί και κουβέντα. Αυτά είχαμε.
Κάπως έτσι τρώγαμε στην άγνωστη πόλη. Μαγειρεύοντας όπως μπορούσαμε, μαθαίνοντας από ανάγκη και προσπαθώντας, νέοι άνθρωποι, να στεριώσουμε.
Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, μια σειρά από μελιτζάνες στη λαϊκή ήταν αρκετή για να γυρίσουν όλα αυτά πίσω.
Παναγιώτης Ηλ. Χολής
Αύγουστος 2026

Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.

check page rank
.....................................................................................................................