ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΦΕΥΓΟΥΝ, ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΕΝΟΥΝ
«Εσύ, διαβάτη που περνάς, σταμάτησε το βήμα και με ευλάβεια πολλή ατένισε το μνήμα».
Γράφει ο Παναγιώτης Ηλ.Χολής
Οι στίχοι αυτοί ανήκουν στον Ιεροκήρυκα Νικόλαο Μαχαιριώτη , ο οποίος τους έγραψε στην είσοδο του κοιμητηρίου του χωριού μου πριν από 120 και πλέον χρόνια. Ο χρόνος τους ξεθώριασε, όμως ένας άλλος συγχωριανός μας ο Ευστάθιος Κυριάκος που διαμένει μόνιμα στην Αμερική, φρόντισε να τους χαράξει ξανά σε μια μαρμάρινη επιγραφή και να την τοποθετήσει στην ίδια θέση. Ίσως γιατί υπάρχουν λόγια που δεν πρέπει να σβήσουν ποτέ.
Συνηθίζω να επισκέπτομαι το κοιμητήριο συχνά. Κάθε φορά ακολουθώ την προτροπή της επιγραφής. Μπορεί να καθίσω ακόμη και μία ώρα, μέχρι να προλάβω να τους επισκεφθώ όλους.
Από τη στιγμή που περνάς την πύλη, τα συναισθήματα αλλάζουν. Πηγαίνεις στον δικό σου άνθρωπο, ανάβεις το καντήλι και σιωπάς. Ένα ρίγος διαπερνά το σώμα σου. Ο εσωτερικός σου κόσμος αρχίζει να αναδεύεται και νιώθεις κάτι διαφορετικό από ό,τι λίγα λεπτά πριν.
Στέκεσαι μπροστά στο μνήμα και συλλογίζεσαι. Μένεις αμίλητος. Θέλεις να μιλήσεις, να πεις ένα «γεια σου, μάνα», «γεια σου, πατέρα», «γεια σου, αδερφέ», «γεια σου, γείτονα», «γεια σου, φίλε», «γεια σου, μπάρμπα», «γεια σου, θεία» … Ανατριχιάζεις. Το δάκρυ ξεπροβάλλει στην άκρη του ματιού. Προσπαθείς να φανείς δυνατός και να μη λυγίσεις. Άλλοτε τα καταφέρνεις και άλλοτε όχι.
Μένεις εκεί ακίνητος, ατενίζεις το μνήμα και αναρωτιέσαι:
Τι είναι η ζωή, αδέρφια;
Ίσως τελικά να είναι μια μικρή διαδρομή που οδηγεί όλους μας στον ίδιο προορισμό.
Κοιτάζεις τη φωτογραφία. Το βλέμμα σου καρφώνεται πάνω της και αρχίζεις να μονολογείς. Ξάφνου θαρρείς πως σου αποκρίνεται. Μέσα σου πιάνεις κουβέντα μαζί της. Νιώθεις το σώμα σου να παραλύει και να αναδύονται τα πιο αγνά ανθρώπινα συναισθήματα.
Απίστευτη αίσθηση.
Για μια στιγμή νιώθεις πως μίλησες ξανά με τον άνθρωπό σου.
Όμως, όταν βρίσκεσαι σε αυτόν τον χώρο, αισθάνεσαι την ανάγκη να περάσεις από όλα τα μνήματα. Να συναντήσεις όλους. Γνωστούς και άγνωστους, φίλους και συγγενείς.
Και τότε συνειδητοποιείς κάτι συγκλονιστικό.
Όλο το χωριό είναι εδώ.
ΟΛΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ.
Μπροστά σου περνά ολόκληρη η ζωή σου. Μέσα σε λίγα λεπτά ζωντανεύουν οι στιγμές που έζησες μαζί τους, σαν μια παλιά κινηματογραφική ταινία. Τα χρόνια πέρασαν. Εκείνοι που γνώριζες αναπαύονται πια εδώ.
Βρισκόμαστε πλέον σε μια ηλικία που μας επιτρέπει να έχουμε αναμνήσεις από τη γενιά που έφυγε. Καθώς ατενίζεις τα μνήματα, στεναχωριέσαι. Άλλοι έφυγαν πρόωρα, άλλοι πολύ πρόωρα, άλλοι άδικα και άλλοι πλήρεις ημερών. Για τον καθένα έχεις κάτι να θυμηθείς. Κάτι καλό, κάτι δύσκολο ή κάτι όμορφο. Δεν έχει σημασία. Μπροστά στον θάνατο οι μικρότητες σβήνουν. Ο νεκρός πάντα δικαιώνεται και συγχωρείται.
Καθώς συνεχίζεις την περιήγησή σου, αντικρίζεις μια επιγραφή που γράφει:
ΜΑΡΙΑ – Ετών 1. Απεβίωσε το 1941.
Δίπλα, η φωτογραφία ενός μικρού κοριτσιού με το φουστανάκι του, να κάθεται και να σε κοιτάζει με εκείνο το αγγελικό, ναζιάρικο προσωπάκι.
Γιατί, Θεέ μου; Γιατί τόσο νωρίς; Τι έφταιξε αυτό το παιδί; Τι πρόλαβε να ζήσει;
Παράπονο, θυμός και πίκρα γίνονται ένα.
Η φωτογραφία της μικρής Μαρίας με έχει σημαδέψει. Κάθε φορά που επισκέπτομαι το κοιμητήριο, ανάβω το καντηλάκι της. Στέκομαι για λίγο μπροστά της και, χωρίς να το καταλάβω, της αφήνω κι ένα δάκρυ.
Αν ζούσε σήμερα, θα ήταν 85 ετών.
Σιγά σιγά φεύγει η γενιά που μας έφερε στον κόσμο. Η γενιά που γνώρισε τον πόλεμο, τη φτώχεια, τις στερήσεις και τη σκληρή δουλειά. Οι άνθρωποι εκείνοι δεν έζησαν μέσα στις ευκολίες. Τίποτα δεν τους χαρίστηκε.
Σε αυτούς χρωστάμε πολλά.
Ήταν άνθρωποι καλόκαρδοι, μεγαλόψυχοι, αγνοί, φιλόξενοι, γελαστοί, κοινωνικοί και άξιοι οικογενειάρχες. Δεν ξέρω αν εμείς σταθήκαμε άξιοι συνεχιστές τους. Πολλά, όμως, δείχνουν πως απομακρυνθήκαμε από τις αξίες που εκείνοι υπηρέτησαν.
Όλο το χωριό είναι εκεί.
Και το χωριό που εξακολουθεί να ζει ερημώνει χρόνο με τον χρόνο. Οι κάτοικοι λιγοστεύουν, η ζωντάνια του χάνεται και σιγά σιγά ξεχνιέται, ακόμη και από πολλούς από εμάς.
Καμιά φορά σκέφτομαι πως, αν επισκεπτόμασταν λίγο συχνότερα τα κοιμητήρια, ίσως να βλέπαμε διαφορετικά τη ζωή. Εκεί συνειδητοποιεί κανείς πόσο μικρός είναι ο χρόνος που μας χαρίστηκε και πόσο ασήμαντα είναι όσα μας χωρίζουν.
Το μεγαλύτερο αγαθό του ανθρώπου είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο.
Αν το καταφέρναμε αυτό, ίσως να ανακαλύπταμε ξανά τον πραγματικό μας εαυτό και το ανθρώπινο πρόσωπό μας ενώπιον του Θεού. Ίσως τότε να γεννιόταν ξανά η ελπίδα. Η ίδια ελπίδα που κράτησε όρθιους τους προγόνους μας σε πολύ δυσκολότερες εποχές και τους βοήθησε να τα καταφέρουν.
Γιατί οι άνθρωποι φεύγουν.
Οι αναμνήσεις, όμως, μένουν.
Και όσο υπάρχει κάποιος να τους θυμάται, κανείς δεν χάνεται πραγματικά.
Παναγιώτης Ηλ. Χολής
Ιούλιος 2016
Γράφτηκε το 2018


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.