ΚΑΦΕ - ΟΥΖΕΡΙ - ΠΙΤΣΑ
«ΚΑΡΑΜΠΙΝΗΣ»
Στην παραλία του Αστακού, στο κτήριο του Δεμερούκη, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η νέα και πολύ καλή καφετέρια του Θανάση Γεροπάνου,(φωτό), το 1987 άνοιξε ένας νέος χώρος εστίασης που έμελλε να μετατραπεί σε στέκι για τα επόμενα δώδεκα χρόνια.
Ιδιοκτήτης της ήταν ο «Καραμπίνης», κατά κόσμο Σταύρος Θύμιου Παπαζώης, με καταγωγή από το Βασιλόπουλο.
Ο Σταύρος, γιος του Θύμιου Παπαζώη και της Γιώτας Καρατσούλα, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Βασιλόπουλο, σε μια αγροτοκτηνοτροφική οικογένεια. Πολύ νωρίς, σε ηλικία μόλις 16 ετών, ως ανήσυχο πνεύμα που ήταν, έφυγε αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Αρχικά γράφτηκε σε σχολή ηλεκτρολόγων, όμως σύντομα την εγκατέλειψε για να εγγραφεί στο Ναυτικό Γυμνάσιο, από το οποίο και αποφοίτησε, ακολουθώντας το όνειρό του να γίνει πλοίαρχος.
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Ναυτικό Γυμνάσιο, για να έχει το χαρτζιλίκι του, έπιασε δουλειά σε μια πιτσαρία στην Καλλιθέα ως βοηθός. Το ταλέντο του όμως σύντομα αναγνωρίστηκε και δεν άργησε να γίνει μάστορας. Εκεί απέκτησε σημαντική εμπειρία. Μετά την αποφοίτησή του, εργάστηκε για τρία χρόνια στα καράβια ως δόκιμος πλοίαρχος. Ωστόσο, η σκέψη της επιστροφής στο χωριό του δεν έπαψε ποτέ να τον απασχολεί. Έτσι αποφάσισε να αφήσει τη θάλασσα και να ακολουθήσει το δεύτερο όνειρό του: να αποκτήσει ένα κατάστημα εστίασης στον Αστακό.
Το 1987 επέστρεψε στον τόπο του, κοντά στους γονείς του, και αποφάσισε να ασχοληθεί με αυτό που είχε μάθει και αγαπήσει στην Αθήνα.
Άνοιξε στην παραλία του Αστακού μια καφετέρια – ουζερί – πιτσαρία και οι ορίζοντες άρχισαν να ανοίγονται μπροστά του. Εκείνη την εποχή η πίτσα ήταν σχεδόν άγνωστη στα χωριά της περιοχής και στον Αστακό υπήρχε μόνο το καφέ–πιτσαρία του Νίκου Μαρίνη.
Το κατάστημα γρήγορα έγινε τόπος συνάντησης πολλών κατοίκων, ιδιαίτερα από τα γύρω χωριά. Το πρωί λειτουργούσε κυρίως ως καφετέρια και ουζερί, ενώ το βράδυ μετατρέπονταν σε ουζερί και πιτσαρία. Το όνομα «Καραμπίνης» έγινε σύντομα συνώνυμο της διασκέδασης και της απόλαυσης. Ξεχώρισε για τις ιδιαίτερες πίτσες του και αργότερα για τις αγαπημένες μακαρονάδες του. Το ουζερί, που αρχικά ξεκίνησε με λίγα πιάτα, εμπλουτίστηκε με τον καιρό με περισσότερες γεύσεις, όπως γαρίδες, γαρίδες σαγανάκι, χταπόδι, σαλάτες και άλλα.
Οι γεύσεις, η ποιότητα και η εξυπηρέτηση ήταν το δυνατό σημείο του καταστήματος.
Εμείς, κουρασμένοι από τα καπνά, τα καλαμπόκια και τις άλλες αγροτικές δουλειές, ως παιδιά δεν βλέπαμε την ώρα πότε θα κατεβούμε στον Αστακό για να πάμε στον «Καραμπίνη». Τα καλοκαίρια ήταν το σημείο συνάντησης της παρέας μας και εκεί συναντούσαμε όλους τους φίλους από τα γειτονικά χωριά.
Ο Σταύρος, πολύ εργατικός, σεμνός, εξυπηρετικός και αξιαγάπητος, κέρδιζε τον πελάτη από την πρώτη στιγμή. Το μυστικό του ήταν ότι δεν συμπεριφερόταν ποτέ ως αυστηρός και στυγνός επαγγελματίας. Ήταν επαγγελματίας στη δουλειά του, αλλά ανθρώπινος, φιλικός και ανοιχτόκαρδος στις σχέσεις του με τους πελάτες. Μια φορά μάλιστα μια μόνιμη πελάτισσά του του είπε χαριτολογώντας:
«Σταύρο, μην με παρεξηγήσεις με αυτό που θα σου πω… Δεν θα πάρεις ποτέ σπίτι στο Κολωνάκι…»
Και πράγματι, πολλές φορές όταν το μαγαζί έκλεινε, φιλοξενούσε για ύπνο φίλους και πελάτες που είχαν ξεμείνει για διάφορους λόγους και δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στα χωριά τους. Δεν ήταν απλώς μαγαζί ήταν ένα ανοιχτό σπίτι. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο αείμνηστος συγχωριανός μας Νίκος Καραγιάννης του είχε δώσει το προσωνύμιο «πρόξενος».
Από το μαγαζί πέρασαν και πήραν το πρώτο τους μεροκάματο πολλοί έφηβοι και ενήλικες ως σερβιτόροι και βοηθοί, κυρίως από τα χωριά Καραϊσκάκη και Βασιλόπουλο. Στον «Καραμπίνη» έμαθα κι εγώ να τρώω γαρίδα και αργότερα την αγαπημένη μου γαρίδα σαγανάκι, πάντα με μια παγωμένη μπύρα.
Νιώθαμε το μαγαζί σαν το σπίτι μας. Βάζαμε στα ψυγεία του τα ψώνια μας μέχρι να φύγουμε, αλλάζαμε ρούχα για να πάμε για μπάνιο στη θάλασσα και απολαμβάναμε πολλές μικρές εξυπηρετήσεις. Υπήρχε ακόμη και οικονομική βοήθεια σε όποιον τη χρειαζόταν πραγματικά.
Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή το μαγαζί δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθές από ορισμένους ντόπιους επαγγελματίες της εποχής. Ο λόγος ίσως να ήταν απλός: ανήκε σε έναν «χωριάτη» και, επιπλέον, είχε μεγάλη απήχηση κυρίως στη νεολαία.
Ο «Καραμπίνης» ήταν επίσης το πρώτο μαγαζί που έβαλε τέντες στον εξωτερικό χώρο. Ο Σταύρος ήταν από τους λίγους που φρόντιζαν τις μουριές που υπήρχαν εκεί και ο πρώτος που άσπριζε τους κορμούς τους, ακόμη και για αισθητικούς λόγους. Στην πυκνή σκιά τους απολαμβάναμε τη δροσιά, το φραπόγαλο, την παγωμένη μπύρα και την παρέα.
Τα καλοκαίρια καθόμασταν μέχρι αργά τη νύχτα, με θέα τα αστέρια και τη θάλασσα, που τότε και τα αστέρια βλέπαμε και η θάλασσα μύριζε πραγματικά… θάλασσα. Μέχρι που ξεκινούσαν οι ντισκοτέκ και τότε η παραλία άδειαζε.
Ο «Καραμπίνης» αποτέλεσε για δώδεκα χρόνια ένα πραγματικό τοπόσημο για τον Αστακό, ένα δυνατό στέκι που άνοιξε νέους δρόμους στην εστίαση της παραλίας. Και όπως ξαφνικά άνοιξε το 1987, έτσι ξαφνικά έκλεισε το 1999, όταν ο Σταύρος ένιωσε κουρασμένος και αποφάσισε να ρίξει αυλαία στο μαγαζί του.
Κι έτσι εμείς χάσαμε το στέκι μας, κρατώντας όμως μέσα μας τις όμορφες αναμνήσεις εκείνης της εποχής.
Και οι μνήμες, καμιά φορά, κρατούν περισσότερο από τα μαγαζιά.
Ήταν ακόμη ένα τέλος εποχής.
Παναγιώτης Ηλ. Χολής
Απρίλιος 2026

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.