ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ (ΠΟΡΤΑΣ) ΜΠΑΜΠΙΝΗΣ 300 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ


Άποψη του μοναστηριού από την ντάπια


Γράφει ο Γεώργιος Σπ.Γρίνος


Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου (Πόρτας) Μπαμπίνης αποτελεί ένα από τα πιο ιστορικά μνημεία του Ξηρομέρου. Είναι κτισμένο στην κορυφή του υψώματος «Ντάπια», στη δυτική Πύλη (Πόρτα) του κάστρου των αρχαίων Φοιτιών και απέχει τρία (3) χιλιόμετρα περίπου από το χωριό Μπαμπίνη Ξηρομέρου. Δεν είναι απολύτως εξακριβωμένο, γιατί ονομάστηκε Μοναστήρι της Πόρτας. Η πιθανότερη εκδοχή είναι, γιατί είναι κτισμένο στη Δυτική Πύλη (Πόρτα) του κάστρου. Σημειωτέον, ότι εντός του περιτοιχισμένου αρχαίου κάστρου, υπάρχουν τα απομεινάρια άλλων δύο εκκλησιών, του «Προφήτη Ηλία» στη δυτική επίσης πλευρά του αρχαίου κάστρου και σε απόσταση 300 περίπου μέτρων, βόρεια του μοναστηριού και του «Αγ. Ιωάννη » στο κέντρο του κάστρου και σε απόσταση 200 μέτρων και νοτιοανατολικά του κεντρικού υδραγωγείου (στέρνας) της αρχαίας πόλης, με αντίστοιχες ονομασίες (στον «Αη Λιά», στον «Αη Γιάννη», στην «Στέρνα», στη «Βρύση» [ροή νερού από

αγωγό του αρχαίου υδραγωγείου]). Προφανώς στη δυτική πύλη του κάστρου η ονομασία της τοποθεσίας ήταν στην «Πόρτα». Το μοναστήρι έχει αξιόλογη ιστορία και στον εντοίχιο ονομαστικό κατάλογο της Πρόθεσης διασώζει έναν από τους πληρέστερους πίνακες αρχιερέων, ιερομονάχων και μοναχών. Το καθολικό της Πόρτας και εκείνο του Λιγοβιτσίου, αποτελούν τα καλύτερα αρχιτεκτονικά δείγματα του Ξηρομέρου. Από τις τοιχογραφίες του, ιδιαίτερης τέχνης είναι οι δύο, που σώζονται στον κυρίως ναό.


ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ: Προς την ανατολική πλευρά της μεγάλης περιτειχισμένης αυλής υψώνεται το καλλίγραμμο καθολικό. Αποτελεί συνδυασμό τρίκλιτης τρουλλαίας Βασιλικής με εγγεγραμμένο σταυροειδή. Βόρεια και νότια διαγράφονται επτάπλευροι χοροί αγιορείτικου τύπου, που χαρίζουν κομψότητα στο μνημείο. Επτάπλευρη εξάλλου είναι και η αψίδα του ιερού. Ο αγιορείτικος ρυθμός, που συνηθίζεται κυρίως στο Άγιο Όρος, αποκτά ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία, αφού με τις δύο κόγχες, βόρεια και νότια του ναού, στους χώρους των ψαλτών, γίνεται τρίκογχος (εκτός από τις δύο αυτές κόγχες, διαθέτει και την κόγχη του Ιερού). Το κτίριο είναι χτισμένο με πελεκητές πέτρες, που τοποθετούνται κυρίως σε οριζόντιες στρώσεις και δημιουργούν παχύ τοίχο πλάτους 1,20μ. Συχνά στους αρμούς τοποθετούνται, από διακοσμητική διάθεση, κέραμοι. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των δίλοβων με τα λίθινα τοξωτά πλαίσια και τον διαχωριστικό πεσσίσκο. Ανοίγονται ανά τέσσερα στις μακρυές πλευρές και τρία στην πρόσοψη. Υπάρχουν τρεις είσοδοι, δυτικά, βόρεια και νότια ενώ ο υπερυψώμενος δωδεκάπλευρος τρούλλος με τις αβαθείς τοξωτές κόγχες διαθέτει δύο μόνο παράθυρα, βόρεια και νότια. Σε διάφορα σημεία των τοίχων υπάρχουν λιθοσκαλιστά κοσμήματα, κυρίως σταυροί. Στην Ανατολική και βόρεια πλευρά του μοναστηριού τα κελλιά σώζονται ημιερειπωμένα και με τις αίθουσες, τις στοές και τις αποθήκες φανερώνουν μέχρι σήμερα παλιές εποχές ακμής. ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ: Στη σημερινή του κατάσταση το καθολικό διασώζει τοιχογραφίες του 1726 στο χώρο του Ιερού και κυρίως στην αψίδα και γύρω από αυτή. Κεφαλαιογράμματη επιγραφή, που βρίσκεται πάνω από το φωτιστικό άνοιγμα της κόγχης του ιερού αποκαλύπτει τη χρονολογία (22 Μαΐου 1726) και το όνομα του μητροπολίτη Ιωαννικίου, που είναι άλλωστε γραμμένο τέταρτο στον κατάλογο «ζώντων καί τεθνεώντων» της πρόθεσης: Στη τεταρτοσφαίριο της κόγχης παριστάνεται η Πλατυτέρα των Ουρανών με το Χριστό, που φοράει σταχτοπράσινο φόρεμα μέσα σε λευκό μετάλλιο. Αριστερά και δεξιά δύο αρχάγγελοι σε μικρογραφία σεβίζουν. Κάτω από την Πλατυτέρα σε χωριστή ζώνη περιγράφεται η Λειτουργία των Αποστόλων στο γνωστό τύπο του διπλού Χριστού που μοιράζει τον άρτο και τον οίνο και με τους Αποστόλους πού προσέρχονται προς το μυστήριο σε δυο ημιχόρια. Χαρακτηριστική είναι η επιγραφή πάνω από τον Ιούδα, που αποχωρεί: «ο τρισκατάρατος Ιούδας». Σε άλλη ζώνη πιο κάτω, οι λειτουργικοί ιεράρχες, τετράδες σε δυο ημιχόρια. Αριστερά: Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, Νικόλαος ο Μύρων ο Θαυματουργός, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Δεξιά: ο Μέγας Βασίλειος, Αθανάσιος ο Αλεξανδρείας, Κύριλλος Αλεξανδρείας και ο Άγιος Σπυρίδων. Χαμηλά ζικ-ζακ διακοσμητική ποδιά περιτρέχει όλο το ιερό. Αριστερά της κόγχης ζωγραφίζονται ολόσωμοι οι διάκονοι Στέφανος και Ρωμανός με πολύχρωμα εκφραστικά δείγματα επαρχιακών διακοσμημένα «κλαρωτά» στιχάρια, εργαστηρίων του 18ου αιώνα. Στην κόγχη της Πρόθεσης η χαρακτηριστική διπλή απεικόνιση, πάνω του Χριστού, στον τύπο του ένθρονου βασιλέα των βασιλέων και κάτω της Άκρας Ταπείνωσης, με την Παναγία και τον Ιωάννη. Στην ποδιά της πρόθεσης, το σκαρίφημα με την ιστορία του Ιωνά. Στην κόγχη του βόρειου τοίχου του ιερού απεικονίζεται το όραμα Πέτρου Αλεξανδρείας. Και ο Πέτρος και ο Χριστός παριστάνονται ολόσωμοι κάτω από κιβώρια. Δεξιότερα ιστορείται ολόσωμος ο προφήτης Ηλίας σε ζωηρή στάση, κρατώντας ειλητάριο με το στίχο : «Ζή κύριος και ζή η ψυχή μου, ού μη βρέξει ιετόν επί τής γής». Δεξιά της κόγχης ζωγραφίζονται ολόσωμοι οι Άγιοι Ελευθέριος και Βλάσιος. Κάτω από την παράσταση η επιγραφή: «Δέησις του δούλου του θεού Γεωργίου και των γονέων αυτού». Στην κόγχη του Διακονικού εικονίζεται ο δίκαιος Μελχισεδέκ με την αρχιερατική στολή και ανοιχτά τα χέρια του. Στον νότιο τοίχο παριστάνονται ολόσωμοι οι προφήτες Ηλίας πάλι, ο Άγιος Πέτρος αρχιεπίσκοπος Άργους, Γρηγόριος ο Ακραγαντίνων, Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ο Άγιος Αχίλλειος της Λάρισας, και τελευταίος αδιάγνωστος Άγιος. Σε μικρή κόγχη του ίδιου τοίχου, παριστάνεται ο Άγιος Σίλβεστρος πάπας Ρώμης και δεξιά κάτω ή επιγραφή: «Δέησις του δούλου του θεού Αλεξάνδρου». Άλλα ονόματα δωρητών είναι μισοσβησμένα. Γενικά ή ζωγραφική του ιερού είναι η συνηθισμένη επαρχιακή της εποχής. Ό ζωγράφος έριξε όλο το βάρος στα εντυπωσιακά χρώματα και στην έντονη διακόσμηση των πολύπτυχων φορεμάτων με κλάδους και άνθη.

ΟΙ ΔΥΟ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ TOΥ ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΥ: Στον βόρειο τοίχο του κυρίως ναού, δίπλα στο τέμπλο, σώζονται σε καλή κατάσταση δύο τοιχογραφίες, πού πρέπει να είναι του τέλους του 16ου ή των αρχών του 17ου αιώνα. Προς το μέρος του Ιερού εικονίζεται καβαλάρης ο Άγιος Γεώργιος, έχοντας πίσω στο άσπρο του άλογο μικρό απελευθερωμένο σκλάβο με το «κουκούμιον» στο χέρι. Είναι ή στιγμή που χτυπά τον δράκοντα. Η διπλανή τοιχογραφία αποτελεί εξαιρετική προσωπογραφία του Αγίου Νικολάου του νέου του εν Βουνένοις, που λατρεύεται ιδιαίτερα στο Ξηρόμερο. Ο Άγιος παριστάνεται ολόσωμος, φορώντας πολύπτυχο μοναχικό κάλυμμα. Και στα δύο  θέματα επικρατεί το καφεκόκκινο πού συνδυάζεται με απαλούς τόνους άλλων ζεστών χρωμάτων. Η ικανότητα του ζωγράφου φανερώνεται από τη σχεδιαστική άνεση και κυρίως από τη θαυμάσια τεχνική στα πρόσωπα με τις λευκές γραμμές στον καστανέρυθρο προπλασμό.

Ο ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ: Όπως αναφέραμε, στο κάτω μέρος της Πρόθεσης και στην αρχή του βόρειου τοίχου, κάτω από τον προφήτη Ηλία διασώζεται σε στήλες «κατάλογος ζώντων καί τεθνεώντων», πράγμα συνηθισμένο σ’ όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια. Το χαρακτηριστικό του καταλόγου αυτού είναι η τάξη, με την οποία έχει γραφεί. Οι πρώτες 20 σειρές μνημονεύουν ονόματα αρχιερέων, ιερομονάχων και μοναχών. Από την 21η μέχρι την 25η σειρά μνημονεύονται μοναχές. Και από την 26η μέχρι και την 39η ιερείς. Φαίνεται, ότι ο κατάλογος μεταφέρθηκε από την «Παρρησία» του μοναστηριού στον τοίχο τής Πρόθεσης από το ζωγράφο που διακόσμησε το Ιερό το 1726. Έτσι εξηγείται και το όνομα του μητροπολίτη Ιωαννικίου, που ζούσε τότε και αναφέρεται στην επιγραφή τελευταίο στη σειρά των ονομάτων των αρχιερέων. Η παράθεση εξάλλου και γυναικείων ονομάτων δείχνει, πώς πριν το 1726, σε παλιότερους καιρούς και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα το μοναστήρι μετατράπηκε σε γυναικείο και κατόπιν πέρασε πάλι στα χέρια ανδρών μοναχών. [Η παραπάνω περιγραφή της αγιογράφησης του εσωτερικού του ναού, από άρθρο του αειμνήστου καθηγητού Αθαν. Παλιούρα στην εφημερίδα «ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΩΝ», φύλλο 4 Νοέμβριος 1981].

Από προικοσύμφωνο που συνετάγη «εν Πόρτα Μπαμπίνης 3 Σεπτεμβρίου 1551 από τον εκ Τρύφου Ιερέα Παπακυριάκου», με το οποίο κάποιος με το όνομα Μήτρος Κατσουράκης (πιθανόν Κατσαράκης) προίκισε την κόρη του Δήμητρα, εν όψει του γάμου της, με τον Βασίλειο Σταμουλάκη, προκύπτει ότι το μοναστήρι υπήρχε τουλάχιστον πριν το 1551. Το εν λόγω προικοσύμφωνο δημοσιεύθηκε στο φύλλο 2 – Αύγουστος 1981 της εφημερίδας «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΩΝ».

Έχον­τας σαν κριτήριο τις δυο τοιχογρα­φίες του κυρίως ναού, οι οποίες τεχνοτροπικά τοποθετούνται στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα, τον κατάλογο της Πρόθεσης, που μνημονεύει μητροπολίτες πολύ πριν το 1726, καθώς επίσης και τον σπάνιο για την περιοχή αρχιτεκτονικό τύπο του καθολικού, μπορούμε να τοποθετήσουμε χρονολογικά την ανέγερση του κτιρίου στην ίδια με τις δυο τοιχογραφίες εποχή.

Σύμφωνα με την παράδοση, το μοναστήρι κάηκε από τους Τούρκους και ξαναχτίστηκε το 1691. Οι κάτοικοι της περιοχής συγκέντρωσαν χρήματα για να το ανοικοδομήσουν εκ νέου στην ίδια θέση. Επίσης με επιστολή τους, μέσω του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Άρτης Μελετίου του εξ’ Ιωαννίνων (1691) ζήτησαν και τη συνδρομή του Πατριαρχείου. Στο χρονικό του Δημ. Τζούβαλη (Ιούνιος 1829) αναφέρεται, ότι το μοναστήρι κτίσθηκε το 1669, έτος που δεν απέχει πολύ από το 1691. Ο πατριάρχης Καλλίνικος ο Ακαρνάνας (1694) απέστειλε τον λόγιο Βενιαμίν, άνθρωπο πολύ μορφωμένο, που είχε σπουδάσει στην Ιταλία φιλοσοφία, θεολογία, γραμματική και ρητορική και ο οποίος είχε προσηλωθεί στο Άγιο Όρος, προκειμένου να χτίσει και να οργανώσει τη λειτουργία του μοναστηριού. Στην προσπάθειά του αυτή βρήκε ένθερμο υποστηρικτή τον μοναχό Νικόδημο Τρυφιάτη, από τον Αετό και με σκληρή προσπάθεια και την υποστήριξη του αρχιερατεύοντος Γρηγορίου Ναυπάκτου και Άρτης, αλλά και των κατοίκων της περιοχής, κατάφερε σε λίγα χρόνια να χτίσει το μοναστήρι και να το καταστήσει πνευματικό κέντρο της περιοχής. Από κεφαλαιογράμματη επιγραφή, πάνω από την κόγχη του ιερού, προκύπτει ότι η ανοικοδόμηση - αναστύλωση του ναού, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, ολοκληρώθηκε στις 22 Μαΐου 1726. Ο Βενιαμίν με το έργο του πέτυχε την καθολική αναγνώρισή του από όλους τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Στην ανάπτυξη της Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου τεράστια υπήρξε και η συμβολή της Ι.Μ. Ξενοφώντος του Αγίου Όρους. Η παράδοση θέλει το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, ως μετόχι της Ι.Μ. Ξενοφώντος, από την οποία λέγεται, ότι προερχόταν και ο Βενιαμίν. Έτσι εξηγείται ίσως και ο αγιορείτικος τύπος του καθολικού. Σύμφωνα με την παράδοση επίσης, κατά τα εγκαίνια του μοναστηριού, παρέστη και συνοδεία μοναχών της Ι.Μ. Ξενοφώντος, στην οποία δωρίθηκε και αντίγραφο της θαυματουργού εικόνας του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται στο μοναστήρι του Αγίου Όρους. Ηγούμενοι της Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου υπήρξαν: Ο αγιορείτης Χριστόφορος, ο οποίος εστάλη από το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και είχε σπουδάσει στη Λειψία. Διακρινόταν για την τεράστια μόρφωσή του, τη σεμνότητα και τον πατριωτισμό του. Παρότι του προτάθηκε να γίνει επίσκοπος, αρνήθηκε, προτιμώντας να παραμείνει ιερομόναχος. Ο πνευματικός Ματθαίος, κατά κόσμον Δράκος από τη Στάνου, ο οποίος συνέταξε και το συναξάρι του Αγίου Βαρβάρου. Ήταν απόφοιτος της Αθωνιάδας Σχολής. Ο Γερβάσιος Σκούρτας από την Κωνωπίνα, απόφοιτος της σχολής της Βιέννης, ο οποίος κατά τον ερχομό του έφερε και σιγίλιο γράμμα, με το οποίο παραχωρήθηκε στην Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου το μετόχι του Αγίου Δημητρίου, μαζί με μεγάλη περιοχή, που ήταν ιδιοκτησία του, προκειμένου να λειτουργήσει ως κρυφό σχολειό. Ο Γερβάνιος είχε ένδοξο τέλος. Σε μια μάχη με τους Τούρκους, που πολιορκούσαν το μοναστήρι, έπεσε μαχόμενος υπέρ πίστεως και πατρίδος. Ο Αρσένιος Μασσαλής από το Μανωλόπουλο (οικισμός Μπαμπίνης) (1794). Στο περιθώριο ιερού βιβλίου της μονής υπήρχε σημείωση: «Ιστορήθη δε ο θείος και πάνσεπτος ναός του Αγ. Γεωργίου, ηγουμενεύοντος του Ιερομονάχου Αρσενίου Μασσαλή από Μανωλόπουλο, αψηδ (1794)». Το 1806, ο Αρσένιος κατηγορήθηκε από τον Αλή Πασά, ότι βοήθησε την επανάσταση του Παπαευθυμίου Βλαχάβα, φυλακίστηκε και αφού βασανίστηκε,  στο τέλος πέθανε δια στραγγαλισμού. Ο Γεράσιμος Καλούσης από το Δραγαμέστο (Καραϊσκάκη), ο οποίος ήταν και ο τελευταίος ηγούμενος του μοναστηριού. Από την Ύδρα, ο Δημήτριος Υψηλάντης, ως πληρεξούσιος του Γενικού Εφόρου, έστειλε επιστολή στον ηγούμενο Γεράσιμο, στην οποία έγραφε μεταξύ άλλων «….η Ελλάς δι’ εμού σας ευχαριστεί και διά την υπομονή σου και διότι εγίνατε πολλών παράδειγμα…. εν τούτω πατριώτα υγίαινε και μάχου ανδρείας υπέρ πίστεως και πατρίδος….». Ο Γεράσιμος είναι ο ηγούμενος που τραγούδησε η λαϊκή μούσα: «Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λέν΄ τ΄ αηδόνια, κρυφά το λέει ο Γούμενος απ΄ την Αγία Πόρτα. Να διώξουμε όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι». Για την προσφορά του ηγούμενου Γεράσιμου στον αγώνα ειδική αναφορά κάνει στο χρονικό του 1829 και ο Δημ. Τζούβαλης «ο στέλιος μαμπινιοτζ βοιθισε πολι στι παναστασι ιτανε πολι γραμματισμένος καθος κιογουμενος γερασιμος τζπορτας» Ιερομόναχοι στο μοναστήρι υπήρξαν: Ο Ευστάθιος Ν. Λαϊνάς από τον Πρόδρομο, ο οποίος μετά από σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό και την παρακολούθηση μαθημάτων κοντά στο δάσκαλο, το γένος Γ. Γεννάδιο,

επέστρεψε στην πατρίδα και έγινε ιερομόναχος στην Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου, με το όνομα Νεόφυτος. Απέρριψε την πρόταση να γίνει επίσκοπος. Παρέστη στην κηδεία του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Έλαβε μέρος  με τον Δήμο Τσέλιο στη μάχη της Κατοχής (Δεκέμβριος 1822), στην πολιορκία του Αιτωλικού από τον Μουσταή Πασά της Σκόρδας και Ομέρ Βρυώνη (Οκτώβριος 1823), στη μάχη της Μάννινας με τον Γ. Καραισκάκη (Σεπτέμβριος 1824) και στη μάχη του Μαχαλά (Αύγουστος 1825), όπου έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Ο Καλλίνικος ο Μακεδόνας, από βιογραφικό σημείωμα του οποίου γνωρίζουμε τον ακριβή χρόνο ανέγερσης του καθολικού του μοναστηριού. Ο Παΐσιος  Σταμουλακάτος από την Μπαμπίνη, ο οποίος μόνασε στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, που ανήκε στην ιδιοκτησία της οικογενείας του, το οποίο χάρισε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου και έγινε μετόχι του. Ο Ευγένιος Κρικρής από τα Βλυζιανά, ο οποίος αποφάσισε να μονάσει στο μικρό εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής στη Μπαμπίνη, η οποία με πρωτοβουλία του έγινε μετόχι  της Ι.Μ. Αγ. Γεωργίου. Ο Διονύσιος Κόνταρης (1747), μετέπειτα επίσκοπος Λευκάδος. Ο Θεόκλητος Κρητικός κ.α..

 Η Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου διατηρούσε πλουσιότατη βιβλιοθήκη με σπάνιες εκδόσεις. Ενδεικτικά, στη βιβλιοθήκη υπήρχαν βιβλία, όπως: του Ευγένιου Βούλγαρη «Λογική» (Λειψία 1766), «Ορθόδοξος Ομολογία» (Αμστελόδαμο 1767), «Διατριβή περί ευθανασίας» (Πετρούπολη 1804), «Στοιχεία Μεταφυσικής» (Βενετία1805). Ο «Θούρειος ύμνος» του Ρήγα Φεραίου, «Σύνοψις πειραματικής φυσικής»του Κων/νου Κούμα (1812). «Το Ευαγγέλιο Κυριακοδρομίου» (Βουκουρέστιον 1803) του Νικηφόρου Θεοτόκη. Αντίγραφο επιστολής που φέρει την υπογραφή του εκ Ξηρομέρου Ιερομονάχου Ευσταθίου, μετ΄ άλλων Ιερομονάχων, προς τον καταδιώκοντα τον Ευγένιον Βούλγαρην Πατριάρχην Κύριλλον (ρψνθ΄=1859 Ιανουαρίου 8). Αδαμάντιου Κοραή «Χαρακτήρας του Θεοφράστου» (1799),το «Σάλπισμα πολεμιστήριον» (1801), «Πρόδρομος της Ελληνικής Βιβλιοθήκης» (1805). Νεόφυτου Δούκα «Γραμματική Τερψιθέα» (Βιέννη 1801), «Εγχειρίδιο Ελληνικών Διαλόγων» (Βιέννη1815), «Δίων Χρυσόστομος» (Βιέννη 1810).

Στο μοναστήρι υπήρχαν και πολύτιμα θησαυρίσματα και αφιερώματα. Ενδεικτικά: αργυρούν τετραευαγγέλιο, δώρο της αυτοκράτειρας της Ρωσίας Ελισάβετ (1741-1761), ένα σπάνιο αρτοφόριο από ξύλο κυπαρισσιού, επενδυμένο εξωτερικά με πλακίδια από ελεφάντινο οστό, άλλα με χρώμα λευκό κι άλλα βυσσινόχρωμον, δώρο της αυτοκράτειρας Αικατερίνης, που είχε ακούσει για τη δράση της Ι. Μονής από τον σεβάσμιο Ευγένιο Βούλγαρη που υπηρετούσε στην αρχιεπισκοπή Σλαβανίου και Χερσώνος της Ρωσίας (1775), χρυσό Σταυρό, δώρο του Ηγεμόνος της Βλαχίας Ιωάννη Μαυροκορδάτου (1746), ασημένιο δισκοπότηρο, δώρο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Κοσμά Β΄(1723-1736). Βαρύτιμη εικόνα της Αγίας Παρασκευής, δώρο του θρυλικού αρματωλού Π. Μεϊντάνη, στο πίσω μέρος της οποίας έφερε την επιγραφή: «Γέγονεν δαπάναις Π. Μεϊντάνη, εις ψυχικήν αυτού σωτηρίαν, 1701». Άγνωστοι δώρισαν κατά περιόδους στη Μονή διάφορα αφιερώματα. Εικόνα του Αγίου Γεωργίου, όχι έφιππον, αλλά πεζόν και φέροντος αρχαία ρωμαϊκή πανοπλία και δόρυ στο δεξί χέρι, αργυροεπίχρυσο άγιο ποτήριο, κ.ά..

Μετά τη διάλυση της Μονής, τόσο τα παραπάνω σπάνια και αξιόλογα βιβλία, όσο και τα ανεκτίμητης αξίας ιερά σκεύη και αφιερώματα, «χάθηκαν» και αγνοείται η τύχη τους. Κατά τον Γ. Δ. Παπαδημητρίου, με τη διάλυση της μονής από τη βαυαρική αντιβασιλεία, οι θησαυροί του λεηλατήθηκαν από τους Βαυαρούς του Όθωνα, οι οποίοι δεν σεβάστηκαν ούτε την θαυματουργική εικόνα του Αγ. Γεωργίου.

Η Μονή διέθετε επίσης μεγάλη ακίνητη περιουσία, η οποία έφτανε μέχρι και την Ποδολοβίτσα (Πεντάλοφο). Ο Χρήστος Νταγιάντας από τη Μάννινα, που είχε καταταγεί στον Ρώσικο στρατό και είχε διακριθεί στα πεδία των μαχών, ανταμείφθηκε με 1000 δισέτιμα ευφορότατης γης (5000) στρέμματα και 10.000 ρούβλια. Τα ρούβλια, τα έστειλε στην Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου, τα δε στρέμματα της γης τα άφησε στη ίδια Μονή με διαθήκη του. Άγνωστη όμως η τύχη τους. Η Ποδολοβίτσα (Πεντάλοφος), κατά το ήμισυ ήταν βακούφικο και ανήκε στην Ι.Μ. της Πόρτας και κατά το άλλο ήμισυ στον Αχμέτ Αγά του Βραχωρίου. Στην Ποδολοβίτσα επίσης είχε στην κυριότητά της και το ήμισυ του μύλου Μαγκανά, για την επισκευή του οποίου, όπως βεβαιώνει ο ηγούμενος Γεράσιμος, η μονή είχε δαπανήσει 800 γρόσια. Στην περιοχή της Μπαμπίνης είχε 180 στρέμματα διάσπαρτα σε διάφορες περιοχές: 20 στρέμ. στη θέση «Γιαλιά», 28 στρέμ. στη «Στέρνα», 8 στρέμ.στον «Πάλιουρα»,  6 στρέμ. στον «Παλιόπυργο», 34 στρέμ. στο «Λαδδί», 14 στρέμ. στο «Παλιοπήγαδο», 12 στρέμ. στην «Ποταμιά», 6 στρέμ. στον «Λάκκο Μπεκίρη» και 24 στρέμ. στις «Λαγγάδες» (Αλεξ.Σάββας, ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΩΝ, αρ.φύλλου21-Φεβρουάριος 1985).  Όταν διαλύθηκε το μοναστήρι άρχισε ένας δικαστικός αγώνας για τα περιουσιακά του στοιχεία, τα οποία διεκδικούσαν, το Ελληνικό δημόσιο, αλλά και οι κάτοικοι γειτονικών χωριών, ως κοινοτικά, καθώς και ιδιώτες, εκμεταλλευόμενοι την επί σειρά ετών μίσθωσή τους. Έντονη υπήρξε η δικαστική διαμάχη για την ακίνητη περιουσία, ανατολικά του μοναστηριού, με τους κατοίκους του γειτονικού χωριού Γαρδί. Δεν είναι γνωστή η έκβαση των δικαστικών αγώνων. Τελικά η περιουσία του μοναστηριού καταπατήθηκε ή και απαλλοτριώθηκε.

 Διέθετε ακόμη και υποτροφίες σε φιλομαθείς νέους, προκειμένου να σπουδάσουν στην μεγάλη του γένους σχολή, στην Αθωνιάδα Ακαδημία, αλλά και στο εξωτερικό. Ιδιαίτερα ενίσχυε την ίδρυση σχολείων. Πολύτιμη προσφορά της Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου στους κατοίκους της περιοχής αποτέλεσε και η μονάδα ιατρικής φροντίδας με τα μέσα της εποχής εκείνης, χάρις στην πρωτοβουλία τριών φιλελλήνων Ιταλών, την οποία ενίσχυαν και οι Τούρκοι, αφού και οι ίδιοι έβρισκαν περίθαλψη σ΄ αυτή. Ανεκτίμητες υπηρεσίες για το σκοπό αυτό προσέφερε ως γιατρός της περιοχής και ο ιερομόναχος Κοσμάς Λυγκώνης από την Κανδήλα, ο οποίος είχε σπουδάσει στην Ιταλία με έξοδα του Μοναστηριού. Ακολουθώντας ως γιατρός του Γ. Καραισκάκη, σκοτώθηκε στη μάχη του Αχελώου κατά του Ισλαήμ Πασά τον Ιανουάριο του 1823 (Γ. Δ. Παπαδημητρίου, σελ.37).

Όπως φαίνεται, η Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου, υπήρξε πνευματικό κέντρο της περιοχής. Στο μοναστήρι αυτό έμαθε τα πρώτα γράμματα και ο Χριστόδουλος Ευσταθίου Παμπλέκης, ο οποίος στη συνέχεια έγινε ιερομόναχος στο Άγιο Όρος και κατόπιν φιλόσοφος και πρωτοπόρος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (Χριστόδουλος ο Ακαρνάν). Ανέδειξε επίσης, σειρά αξιόλογων λογίων, μεταξύ των οποίων και ο αντιγραφέας κωδίκων Καλλίνικος, γνωστός από βιβλιογραφικό σημείωμα του 1699, καθώς και ο Ηγούμενος Ματθαίος, που έγραψε το συναξάρι του Αγίου Βαρβάρου. Στο μοναστήρι της Ι.Μ. Φανερωμένης Λευκάδος σώζεται χειρόγραφο νομοκανονικόν, προερχόμενο από το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Μπαμπίνης, γραμμένο από τον ιερομόναχο του μοναστηριού Καλλίνικο το 1699 για το μοναστήρι της Ι.Μ. Φανερωμένης Λευκάδας (Αλέξανδρος Σάββας «αρχειακά Αγ. Γεωργίου Πόρτας Μπαμπίνης» στην εφημερίδα «ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΩΝ» αρ. φύλλου 19 – Οκτώβριος 1984 και Φώτιος Αρ. Δημητρακόπουλος «ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ Ι.Ν. ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ, 2017»). Κατά τον Φώτιο Δημητρακόπουλο, ο χαρακτήρας του χειρογράφου της Φανερωμένης και αυτού της Πόρτας πείθει, ότι ο Καλλίνικος είναι ο κωδικογράφος αυτού της Φανερωμένης. Τελείωσε τον «νόμον» της Πόρτας στις 6 Μαρτίου και της Φανερωμένης στις 6 Απριλίου, που σημαίνει ότι άλλα 200 φύλλα της Φανερωμένης τα έγραφε 6 με 7 φύλλα την ημέρα. Δύο χειρόγραφα νομοκανονικα γραμμένα στη μονή Πόρτας μέσα σε δύο μήνες, μπορεί να σημαίνει, ότι υπήρχε κωδικογραφικό εργαστήριο στη μονή, τη στιγμή μάλιστα που το χειρόγραφο Φανερωμένης βιβλιοδετήθηκε στη μονή Πόρτας. Το σημείωμα του Καλλινίκου μνημονεύει ηγουμένου «πανοσιωτάτου λογιωτάτου κυρίου Βενιαμίν του Τζήνου από την Ζάβητζα», τον όποιο αναφέρει ως προηγουμενεύοντα το βιβλιοδετικό σημείωμα του χειρογράφου της Φανερωμένης, καθώς και εκτενές σημείωμα των φύλλων 206-207 του ίδιου χειρογράφου των ετών 1688-1699. Ο πολύ δραστήριος αυτός ιερομόναχος, ήταν από τη Ζάβιτσα, σημερινό Αρχοντοχώρι, ενώ όλοι σήμερα που φέρουν το επώνυμο Τσήνας βρίσκονται στον Αστακό. Πιθανότατα λοιπόν, τον νομοκανόνα της Φανερωμένης έφερε στη μονή ο Βονδίτσης Δανιήλ.

Κατά τα χρόνια της επανάστασης του 1821 το μοναστήρι υπήρξε καταφύγιο για τους καταδιωκόμενους Έλληνες, αλλά και τόπος συνάντησης των καπεταναίων της περιοχής. Πολλές φορές πέρασε από το χωριό και το μοναστήρι ο Γεώργιος Νικολού Βαρνακιώτης. Ο Βαρνακιώτης ήταν συγγενής με τον Πέτρο Μπαμπινιώτη και μάλλον με τον Αναγνώστη Χαροκόπο. Ο Γιωργάκης Βαρνακιώτης ήταν στο στρατόπεδο στην Μπαμπίνη τον Σεπτέμβριο του  1821, εκεί διορίστηκε και αρχιστράτηγος του αγώνα. Από εκεί έγραψε μια επιστολή στο Μαυροκορδάτο με ημερομηνία  «26 Σεπτεμβρίου 1821. Μπαμπίνι». Ο Σουλιώτης Μάρκος Μπότσαρης συνάντησε τον Βαρνακιώτη ύστερα από πρόταση του Μαυροκορδάτου και έμεινε στο σπίτι του Μπαμπινιώτη και στην «Πόρτα». (Μπαρμπαρούσης, 2009:104). Ο αρχιστράτηγος της Επανάστασης Καραϊσκάκης πέρασε πολλές φορές από την Μπαμπίνη και το μοναστήρι της Πόρτας, αφού είχε κοντά του πολλούς αγωνιστές Μπαμπινιώτες. Τη νύχτα της 27ης Αυγούστου 1825 έπεσε πάνω σε Τούρκους, χωρίς να το περιμένει και έγινε μεγάλη μάχη, όπου νίκησαν και οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή Είναι η μάχη της Μαχαλάς. Μετά από αυτή τη μάχη ο Καραϊσκάκης στις 29 Αυγούστου (Μήτσης, 2025:228) στρατοπέδευσε στο μοναστήρι της «Πόρτας» και έστειλε επιστολή στο Μεσολόγγι, όπου έκανε αναφορά για την μάχη και ζητούσε τρόφιμα και εφόδια.  Ο Καραϊσκάκης έμεινε στην «Πόρτα» μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Από εκεί πήγε στο Δραγαμέστο και στη Μάνινα, όπου και έστησε ενέδρα σε μια εφοδιοπομπή των Τούρκων και τη διέλυσε. (Γ. Μπαρμπαρούσης, 2009:113). Μετά την πτώση του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του 1826 ο αγώνας βρισκόταν σε δύσκολη καμπή. Στις 27 Ιανουαρίου 1828 ο Κώστας Μπότσαρης πέρασε από την Μπαμπίνη. Οι Τούρκοι που βρισκόταν στην «Πόρτα», όταν έμαθαν τον ερχομό του έφυγαν για τη Μαχαλά. Στις 8 Φεβρουαρίου το Ελληνικό σώμα επιτέθηκε στους λίγους Τούρκους που είχαν μείνει οχυρωμένοι στην «Πόρτα», τους έδιωξε και στρατοπέδευσε εκεί (Γ. Μπαρμπαρούσης 2009. Στις 13 Φεβρουαρίου ο Ρίχαρντ Τσώρτς, γράφει στον Ι. Καποδίστρια και για μια άλλη μάχη που διεξήχθη στη Δ. Ελλάδα, αυτή στην «Πόρτα» της Μπαμπίνης (Ν. Μήτσης:2025: 287). Στη συνέχεια στις 19 Μαρτίου 1829 ο Βαρνακιώτης  πάει στη Μονή Πόρτας και διώχνει τους Τούρκους που πολιορκούσαν του κλεισμένους Μπαμπινιώτες. Ήταν σημαντική η συμβολή του μοναστηριού στην απελευθέρωση του Μεσολογγίου και όλης της περιοχής του Ξηρομέρου. Στο γράμμα του Βαρνακιώτη προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια γραμμένο στις 20 Μαρτίου από την Κανδήλα αναφέρει «Καθώς και με το φθάσιμόν μου ηλευθέρωσα ευθύς τον Ηγούμενο Λιγοβιτσίου και όλας τας φαμελιάς όπου ευρίσκοντο εκεί ομοίως και εις Πόρταν και τους μετέφερα ενταύθα…» (Μπαρμπαρούσης 2009:112-116). Όπως γράφει ο Τζούβαλης «Πολί δουλιά έκαναν στ΄ν επανάστασ΄ τα μοναστήρια τ΄ς Πόρτας..., το Λιγιβίτσ΄ κι τ΄ς Ρόμβης, αυτά πρέπει να προσθνάει ο κόσμος πάντοτε» (Χρονικό Τζούβαλη, 1829). Επίσης στο ίδιο χρονικό ο Τζούβαλης αναφέρει, ότι στην αρχή της Επανάστασης πέρασαν στην «Πόρτα» της Μπαμπίνης ο Ανδρούτσος και ο Μπότσαρης.

Πολλές φορές επίσης επισκέφθηκε το μοναστήρι και ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Στις επισκέψεις του Πατροκοσμά αναφέρεται και ο Δημ. Τζούβαλης στο χρονικό του (1829) «διάβικε κιο αικοσμας κιπιε στο χοριο σπορτα κιπε αγιες κβεντες στιν αιπαρασκεβι». Μετά την κατάργηση της μονής το 1834, οι ελάχιστοι μοναχοί (λιγότεροι από έξι) αποχώρησαν, τα κελιά και οι βοηθητικοί χώροι, άρχισαν με την πάροδο του χρόνου να ερειπώνονται και απέμεινε μόνο η περιτοίχιση του μοναστηριού, η οποία διατηρείται σε ικανοποιητική κατάσταση και το καθολικό του μοναστηριού, τη φροντίδα του οποίου ανέλαβαν οι εκάστοτε ιερείς του Αγίου Νικολάου  Μπαμπίνης και οι κάτοικοι του χωριού.

Από τον χρόνο ανοικοδόμησης (αναστύλωσης) του μοναστηριού (1726) και ύστερα, δεν υπάρχουν στοιχεία ή καταγραφές, για οποιαδήποτε οικοδομική ή άλλη παρέμβαση στο μοναστήρι και το ναό του Αγίου Γεωργίου. 

Το 1980 ο παπά Δημήτρης Ηγούμενος, από την Μπαμπίνη και εφημέριος του Αγίου Νικολάου Μπαμπίνης επί 30 και πλέον έτη, πήρε την πρωτοβουλία και με χρήματα που συγκέντρωσε από συνδρομές των Μπαμπινιωτών, προέβη στην αντικατάσταση της στέγης, η οποία από τη φθορά του χρόνου είχε υποστεί σοβαρές ζημίες, εξαιτίας των οποίων τα πρώτα σημάδια της υγρασίας εμφανίστηκαν στο εσωτερικό της οροφής.

Περί το τέλος της δεκαετίας του 1990 με πρωτοβουλία του αείμνηστου

Γ.Δ. Παπαδημητρίου (πρώην Υπουργού και Μπαμπινιώτη την καταγωγή

συστήθηκε Επιτροπή, αποτελούμενη από τον ίδιο, τον παπα - Δημήτρη Ηγούμενο, τον πρόεδρο του εκκλησιαστικού συμβουλίου Ιωάννη Αλέξ. Τόντο, τον πολιτικό μηχανικό Δημήτριο (Τάκη) Νικ. Ζαρκαδούλα και τον γράφοντα,

 προκειμένου να συντηρηθεί ο ναός, γιατί τα σημάδια της υγρασίας άρχισαν να εμφανίζονται στην τοιχοποιία του, ενώ οι κολόνες που στηρίζεται η στέγη εμφάνιζαν επικίνδυνη κλίση.


 Με χρήματα που συγκεντρώθηκαν από συνδρομές των συγχωριανών και φίλων της Μπαμπίνης, αφαιρέθηκαν οι παλαιοί σοφάδες, αποτελούμενοι από άμμο και ασβέστη και αντικαταστάθηκαν με σύγχρονα και ενισχυμένα υλικά, ενώ ενισχύθηκαν και οι κολόνες που στηρίζουν τη στέγη. Με εικόνες δε, που προσέφερε ο Γ.Δ. Παπαδημητρίου, συμπληρώθηκαν οι κενές θέσεις των εικόνων του τέμπλου (είχαν αφαιρεθεί άγνωστο πότε), ενώ αρκετές τοποθετήθηκαν εσωτερικά και στις κολώνες του ναού. Κατά την αφαίρεση των παλαιών σοφάδων, δεν  προέκυψε κάποιο ίχνος αγιογραφίας, ούτε καν άλλο χρώμα ασβεστώματος. Είναι προφανές λοιπόν, ότι στον κυρίως ναό δεν υπήρχαν αγιογραφίες, εκτός από δύο που υπάρχουν ακόμα και σήμερα και χρονολογούνται κατά την ανέγερση του ναού.

[Είχε προηγηθεί το έτος 1997, επίσης με πρωτοβουλία του Γ.Δ. Παπαδημητρίου και την επίβλεψη του συγχωριανού μας πολιτικού μηχανικού

Η Αγ. Παρασκευή κατά την ανακαίνισή της – 1997


Δημητρίου (Τάκη) Ζαρκαδούλα η ριζική ανακαίνιση του ναΐσκου της Αγ. Παρασκευής στη Μπαμπίνη, καθώς και η περιτοίχιση του περιβάλλοντος χώρου, για τη διεύρυνση του οποίου οι Αλέξανδρος Χρ. Παλιούρας και Δημήτριος Ευστ. Πορτούλης, διέθεσαν τμήματα των όμορων οικοπέδων τους. Η δαπάνη ανακαίνισης του ναΐσκου καλύφθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της από τον ίδιο τον Γ. Παπαδημητρίου και τον πολιτικό μηχανικό Τάκη Ζαρκαδούλα, καθώς και από τις συνδρομές των συγχωριανών μας.] 

Όσον αφορά την οδική πρόσβαση στο μοναστήρι:

Το έτος 1975, με πρωτοβουλία του παπα - Δημήτρη Ηγούμενου διανοίχθηκε αμαξιτός δρόμος, μέσω της Επάνω Χώρας (γενέτειρας του Χριστόδουλου Παμπλέκη), ακολουθώντας την παραδοσιακή διαδρομή από τη Μπαμπίνη μέχρι και το μοναστήρι.

Το έτος 1999 - 2000, με πρωτοβουλία της παραπάνω  επιτροπής υπό τον Γ. Δ. Παπαδημητρίου και σε συνεργασία με τον τότε πρόεδρο της κοινότητας Μπαμπίνης Αλέξανδρο Βασ. Τσακαλογιάννη, συνετάγη από τη Νομαρχία Αιτωλοακαρνανίας (Νομάρχης Γιάννης Βαινάς) μελέτη χάραξης και ασφαλτόστρωσης του δρόμου μέσω της Επάνω Χώρας. Το έργο χρηματοδοτήθηκε με το ποσό των 20.000.000 δρχ., κατόπιν παρέμβασης του τότε Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών Χρίστου Βερελή. Η χάραξη και διάνοιξη του δρόμου έγινε με μηχάνημα της Νομαρχίας Αιτωλ/νίας, ενώ με το παραπάνω ποσό των 20.000.000 δρχ. ασφαλτοστρώθηκε ένα τμήμα του δρόμου στην αρχή και ένα τμήμα στο τέλος της διαδρομής, οπότε απόμεινε ένα τμήμα στο μέσον (Επάνω χώρα). Τελικά, η ασφαλτόστρωση του δρόμου δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού επιλέχθηκε η συνέχιση της διαδρομής μέσω Άη Δημήτρη-Παλιοπήγαδο – Καδί, που είναι μάλιστα μεγαλύτερη κατά ένα (1) χιλιόμετρο περίπου και η οποία ασφαλτοστρώθηκε μόνο σε ένα τμήμα της, μέχρι το Παλιοπήγαδο. Δυστυχώς, 50 χρόνια μετά, από τότε που ο πρωτοπόρος παπα Δημήτρης Ηγούμενος επιχείρησε με πενιχρά μέσα να εξασφαλίσει την οδική πρόσβαση προς το μοναστήρι, δεν κατέστη δυνατή η κατασκευή δρόμου προς το μοναστήρι, που να εξυπηρετεί τις σύγχρονες ανάγκες πρόσβασης προς και από αυτό, καθώς και προς τον αρχαιολογικό χώρο των αρχαίων Φοιτιών, ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες. Ούτε λόγος βέβαια για διέλευση, έστω και μικρού λεωφορείου, μέσω της επιλεχθείσης διαδρομής, λόγω της στενότητας του δρόμου. Επισκέψεις μαθητών σχολείων του Αγρινίου και της γύρω περιοχής  που επισκέπτονται το λαογραφικό μουσείο Μπαμπίνης, δεν  έχουν τη δυνατότητα επίσκεψης του μοναστηριού και του αρχαιολογικού χώρου. Προσωπικές επιστολές μου προς όλες σχεδόν τις δημοτικές αρχές του Δήμου (02-01-2000, 13-05-2015, 15-04-2024) για την ολοκλήρωση του δρόμου μέσω της Επάνω Χώρας (μόλις 1 χιλιόμετρο περίπου) και απεριόριστου πλάτους, δεν είχαν μέχρι σήμερα αποτέλεσμα .

Καθ΄ όσον αφορά τη συντήρηση του καθολικού του μοναστηριού, ο πολιτιστικός Σύλλογος Μπαμπίνης «ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΠΑΜΠΛΕΚΗΣ» προχώρησε πέρυσι στη συγκρότηση επιτροπής, προκειμένου να επιμεληθεί για την αντικατάσταση της στέγης του ναού, με την τοποθέτηση κεραμιδιών ρωμαϊκού τύπου, όπως ήταν δηλαδή πριν την αντικατάσταση της το 1980, αποτελούμενη από τους Πέτρο Βλ. Χρυσικό, Αλέξανδρο Στυλ. Τσιμέρη, Γεώργιο Ιωάν, Βλαχάκη, Θεόδωρο Γεωργ. Ηγούμενο και Θωμά Γερ. Κυριαζή.

Μετά από συντονισμένες ενέργειες της επιτροπής και σχετική μελέτη του πολιτικού μηχανικού Αλέξανδρου Τσιμέρη, με καταγωγή εκ μητρός (Αθανασίας Γ. Τασούλη) από τη Μπαμπίνη, εξεδόθη οικοδομική άδεια, εγκριθείσα από τις αρμόδιες υπηρεσίες (αρχαιολογία, ναοδομία κλπ.), ενώ συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο ποσό, από συνδρομές των Μπαμπινιωτών και φίλων της Μπαμπίνης, για την κάλυψη της δαπάνης αντικατάστασης της στέγης. Κατά το επόμενο διάστημα αναμένεται η εκτέλεση των εργασιών, με την επίβλεψη του παραπάνω μηχανικού, αλλά και τη συμμετοχή του συνταξιούχου πλέον συγχωριανού μας πολιτικού μηχανικού Τάκη Ζαρκαδούλα. Σημειώνω, ότι η πτυχιακή εργασία του Αλέξανδρου Τσιμέρη με θέμα:  «ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΦΕΡΟΥΣΑΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ Ι.Ν. ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ  - ΠΟΡΤΑΣ ΜΠΑΜΠΙΝΗΣ» βαθμολογήθηκε από το Πολυτεχνείο Πατρών με άριστα. Σημειώνω ακόμη, ότι τόσο ο Τάκης Ζαρκαδούλας για όλες τις παραπάνω επιβλέψεις του, όσο και ο Αλέξανδρος Τσιμέρης στη συνέχεια, δεν έλαβαν ποτέ, οποιαδήποτε αμοιβή για τις υπηρεσίες τους. Μετά και την αντικατάσταση της στέγης και την προστασία του κτιρίου της εκκλησίας από την υγρασία, θα είναι πλέον αυτή θωρακισμένη για πολλά ακόμα χρόνια, σε μεγάλο βαθμό, από τη φυσιολογική φθορά του χρόνου, Εν ευθέτω χρόνω μάλιστα, πρέπει να προχωρήσει και η αρμολόγηση και της εξωτερικής τοιχοποιίας του ναού, αλλά μετά από ειδική μελέτη και όχι σαν αυτή που επιχειρήθηκε το έτος 2001 από τον τότε εφημέριο του Αγ. Νικολάου και πρόεδρο του εκκλησιαστικού συμβουλίου (ο παπά Δημήτρης Ηγούμενος είχε συνταξιοδοτηθεί), με την οποία επιχειρήθηκε αρμολόγηση του ναού κατ΄ ανεπίτρεπτο για το συγκεκριμένο μνημείο τρόπο και η οποία δεν ολοκληρώθηκε, ύστερα από ενέργειες του γράφοντος και παρέμβαση της αρμόδιας τότε 8ης Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων, στις 27-09-2001 (δυστυχώς πρόλαβε και έγινε σε ένα τμήμα της ανατολικής πλευράς). Με έγγραφο δε της Υπηρεσίας αυτής, που εστάλη στο εκκλησιαστικό συμβούλιο του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Μπαμπίνης, διατάχθηκε η αφαίρεση της αρμολόγησης και η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, η οποία όμως ουδέποτε υλοποιήθηκε. Τέτοια μνημεία, παρά τις όποιες καλές προθέσεις, χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και μελέτης, για να μην έχουμε αποτελέσματα, σαν αυτό της Παναγίας του Λιγοβιτσίου, όπου ο ναός του μοναστηριού επενδύθηκε εξωτερικά με πέτρα και μάλιστα ασύμβατη για την περιοχή και την ιστορικότητα του μοναστηριού, του οποίου η εξωτερική όψη αλλοιώθηκε εντελώς.

Ο Αη Γιώργης είναι διαχρονικά το μοναστήρι αναφοράς των Μπαμπινιωτών, αλλά και των κατοίκων της γύρω περιοχής του Ξηρομέρου. Η Μπαμπίνη εορτάζει πάντα και με ιδιαίτερη λαμπρότητα και κατάνυξη τη μνήμη του Αγίου, «ως πολιούχου», όπως δηλαδή και τη μνήμη του πολιούχου της Αγίου Νικολάου. Κάθε χρόνο, την ημέρα εορτής του Αγ. Γεωργίου, οι κάτοικοι της Μπαμπίνης, αλλά και της γύρω περιοχής, ανηφορίζουν προς το μοναστήρι, για να τιμήσουν την μνήμη του Αγίου. Μάλιστα μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, γινόταν και ιππικός αγώνας, στον οποίο συμμετείχαν καβαλάρηδες προσκυνητές κατά την επιστροφή τους από το μοναστήρι. Το σημείο εκκίνησης ήταν 500 μέτρα περίπου βόρεια, πριν το χωριό (εικονοστάσι πριν την λαγκάδα) και τερματισμός ήταν η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο κέντρο του χωριού.

Μετά την παραπάνω μικρή αναδρομή στην ιστορία του μοναστηριού του Αη Γιώργη, ο οποίος στέκει εκεί ψηλά στην κορυφή της ντάπιας επί 299 χρόνια και αντέχει στη φθορά του χρόνου, χάρις στις φιλότιμες προσπάθειες των εκάστοτε εφημέριων του Αγ. Νικολάου Μπαμπίνης (Σπ. Παπασπύρος, Κων. Παππάς, Δημήτρης Παππάς «Παπαδημήτρη - Παπαδημητρίου», Γεώργιος Παπαστάμος, Πέτρος Τόντος, Χρήστος Σταμουλακάτος, Ιωάννης Πανάκιας, Χρήστος Παππάς, Δημήτριος Ηγούμενος), αλλά και των συγχωριανών και φίλων μας, αξίζει τον κόπο να συνεχίσουμε την προσπάθεια, ώστε να τον καταστήσουμε αιώνιο μνημείο ιστορίας και πίστης. Δυστυχώς, πρότασή μου, ώστε με τη συμπλήρωση στις 22 Μαΐου 2026, τριακοσίων (300) ετών από την ανοικοδόμησή του καθολικού του μοναστηριού, να τιμηθεί η μνήμη του Αγίου Γεωργίου, αλλά και όλων όσων υπηρέτησαν το μοναστήρι, με την οργάνωση ειδικής εκδήλωσης την ημέρα της εορτής του (23 Απριλίου 2026), στην οποία θα μπορούσε να συλλειτουργήσει και ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. Δαμασκηνός και άλλοι ιεράρχες, με την παρουσία πολιτικών και τοπικών δημοτικών αρχών, (όμοια εκδήλωση είχε γίνει το έτος 1988 στην Ι.Μ. Λιγοβιτσίου, με την ευκαιρία συμπλήρωσης 300 ετών από την ίδρυση της μονής το 1688) δεν τελεσφόρησε.

Μπαμπίνη, 23-04-2025

Γεώργιος Σπ. Γρίνος

 

Πηγές:

1.      Αθανάσιος Παλιούρας «Βυζαντινή Αιτωλοακαρνανία 1993» και άρθρο του ιδίου στην εφημερίδα  «ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΩΝ», αρ. φύλλου 4, Νοέμβριος 1981.

2.      Χρονικό Δημ. Τζούβαλη, Ιούνιος 1829

3.      Αλέξανδρος Σάββας, Αρχειακά Ι.Μ. Αγίου Γεωργίου Πόρτας Μπαμπίνης, εφημ.«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΩΝ» αρ. φύλλου 19 & 20, 1984.

4.      Φώτιος Αρ. Δημητρακόπουλος «ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ Ι.Ν. ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ, 2017».

5.      Ανέκδοτη εργασία Γ.Δ. Παπαδημητρίου (1989), από το αρχείο μου.

6.      Γ.Σ. Μπαρμπαρούσης εφημερίδα «Εν Μπαμπίνη» αρ. φύλλου 15, Μάρτιος Απρίλιος 2006

 

Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.

check page rank
.....................................................................................................................