ΠΑΝΑΓΙΏΤΗΣ ΗΛ.ΧΟΛΗΣ..Παράθυρο… στα μαθητικά μας χρόνια Πρώτο μέρος: Η διαδρομή .

 



Ήταν κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μέχρι τα τέλη του ’80, τότε που κάποιοι από εμάς μεγαλώναμε ως μαθητιώσα νεολαία του Καραμούζειου Γυμνασίου και του Λυκείου Αστακού. 


Χρόνια γεμάτα αθωότητα, ανησυχία, όνειρα και μια ανεξήγητη λαχτάρα για όσα ερχόντουσαν.

Στο Καραμούζειο Γυμνάσιο συναντιόμασταν παιδιά, από κοντά και από μακριά· από τον Αστακό και όλα τα χωριά τριγύρω: Καραϊσκάκη, Βασιλόπουλο, Βλυζανά, Μαχαιρά, Μπαμπίνη, Σκουρτού, Χρυσοβίτσα, Πρόδρομο, Αγράμπελο.

Τα σχολικά λεωφορεία του ΚΤΕΛ ήταν για μας κομμάτι της καθημερινότητας – σχεδόν προέκταση της μαθητικής ζωής. 

Κάθε πρωί και κάθε μεσημέρι, έκαναν την ίδια διαδρομή, σαν πιστοί σύντροφοι της νιότης μας.

Ξεχωριστή θέση είχαν τα μικρά λεωφορεία της εποχής: η «Αρχόντισσα» και, όταν εκείνη έμπαινε για σέρβις, «Η Γόησσα». Περνούσαν από Αγράμπελο, Πρόδρομο, Χρυσοβίτσα και Βλυζανά, γλιστρώντας μέσα από στενούς, χωμάτινους δρόμους που δύσκολα χωρούσαν κάτι μεγαλύτερο.

Ο Νίκος από τη Μαχαιρά κρατούσε το τιμόνι της και ο Πέτρος, επίσης Μαχαιριώτης, μάζευε τα εισιτήρια ή έλεγχε τις μαθητικές ταυτότητες μας – μορφές γνώριμες, σχεδόν οικογενειακές.

Άλλοι συμμαθητές έρχονταν από Μπαμπίνη και Μαχαιρά με τη γραμμή του Αγρινίου, και γύριζαν πίσω με το λεωφορείο των δύο. Κι ένα ακόμη δρομολόγιο, αποκλειστικά μαθητικό, ένωνε καθημερινά το Βασιλόπουλο και το Καραϊσκάκη με τον Αστακό.

Mercedes 202 και 203, Pecaso, Volvo, Setra, Scania – μηχανές άλλων καιρών, με τους περισσότερους οδηγούς ντόπιους, σχεδόν όλους από τη Μαχαιρά.

Το λεωφορείο έφτανε στο Βασιλόπουλο στις 7:30. Εκεί μαζευόμασταν όλοι: "παραδοσιακά" χωρισμένοι, τα κορίτσια έξω από το παντοπωλείο του μπάρμπα Νίκου Τζοβόλα, τα αγόρια στο καφενείο του Στέλιου Παύλου. Ήταν οι πρώτες μικρές «παρέες», οι πρώτες άτυπες συμμαχίες της ημέρας.

Μετά οι στάσεις έρχονταν η μία μετά την άλλη: Κοινοτικό Κατάστημα, Τρία Αμπέλια, Καραϊσκάκη – στο καφενείο του Αντώνη Σόμπουλου και στην ψησταριά του Ρηγάλου– έπειτα τα Σομπολαίικα και τέλος το σπίτι του Μέντη.

Το λεωφορείο γέμιζε ασφυκτικά. Κάθεσαι, στέκεσαι, στριμώχνεσαι· όμως αυτή η ανάσα της συλλογικής καθημερινότητας ήταν μέρος της μαγείας.

Τον χειμώνα το κρύο στη στάση σου τρύπαγε το κόκαλο, κι όταν ανέβαινες στο λεωφορείο ένιωθες το καλοριφέρ σαν λύτρωση. 

Σάκες δεν είχαμε τότε – μόνο βιβλία στο χέρι, που τα ακουμπάγαμε στη ραφιέρα και συχνά τα ξεχνάγαμε στην επιστροφή.

Κι ύστερα, ήταν τα νιάτα… Μάτια που συναντιόνταν κρυφά, καρδιές που χτυπούσαν πιο δυνατά, ματιές που έφευγαν και ξαναγύριζαν. Για τους πιο θαρραλέους, το λεωφορείο ήταν ευκαιρία για μια κουβέντα από κοντά. Για όλους μας, ευχή ήταν να βρεθούμε δίπλα στο πρόσωπο που μας άρεσε.

Στο μαγνητόφωνο έπαιζαν τραγούδια άλλης εποχής – Καζαντζίδης, Αναγνωστάκης, Μυτιληναίος, Κόλλιας· κι έπειτα Πάριος, Γλυκερία, Τα Παιδιά από την Πάτρα, Παπάζογλου. Ήταν οι επιτυχίες μιας γενιάς που μεγάλωνε χωρίς να το καταλαβαίνει.

Τα κορίτσια τότε φορούσαν ποδιές – μέχρι το 1981 που καταργήθηκαν και φάνηκε ξαφνικά η ομορφιά και η χάρη τους πιο απλόχερα.Τα αγόρια προσέχαμε το μαλλί: χέτη, Έλβις Πρίσλεϊ, Τραβόλτα ή σγουρομάλλης τύπος της εποχής. Αρώματα δεν υπήρχαν· το άρωμά μας ήταν το μοσχοσάπουνο.

Στο δρόμο γελούσαμε, πειράζαμε ο ένας τον άλλον, και οι διαβασμένοι ένιωθαν ήρεμοι. Οι αδιάβαστοι… προσευχόντουσαν να μη σηκωθούν στο μάθημα.

Η διαδρομή τελείωνε όταν περνούσαμε την αερογέφυρα και μπαίναμε στον Αστακό. Το λεωφορείο σταματούσε στη γωνία, εκεί όπου ήταν το περίπτερο του Κακκαβά και η ψησταριά του Πολυχρόνη.

Κι όμως, παλιότερα – πριν το 1960 – η ίδια διαδρομή των επτά χιλιομέτρων γινόταν με τα πόδια.

Η δική μας γενιά είχε πια τον δρόμο λίγο ευκολότερο, αλλά με την ίδια λαχτάρα για ζωή.

Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.

check page rank
.....................................................................................................................