Θύμησες…ΔΥΟ ΔΡΑΧΜΕΣ ΤΟ ΚΟΚΟΡΕΤΣΙ! Γράφει ο Παναγιώτης Χολής


Συνήθως ήταν παρασκευή απόγευμα ,όπου όλα τα παιδιά του χωριού μαζευόμασταν στο χωμάτινο γήπεδο για να παίξουμε μπάλα και όσοι περισσεύαμε  παίζαμε βαρετούμ! Άλλοι πάλι ανεβοκατεβαίναμε με τα ποδήλατα ,άλλοι με τα καροτσίνια ,άλλοι με τη ρόδα με την αγκλιδέρα και πάει λέγοντας το παιχνίδι μέχρι αργά το βράδυ.








Κάπου εκεί κατά τις οχτώ άρχιζε η ατμόσφαιρα να μυρίζει κάπως διαφορετικά ,κάτι μας γαργάλαγε τα ρουθούνια και αυτόματα η αίσθηση του γουργουρίσματος της κοιλιάς.
Ήταν η μυρωδιά από το ψήσιμο των εκλεκτών εδεσμάτων που έφτιαχναν και έψηναν ο μπάρμπα Στράτος  Κούγγελης, ο μπάρμπα Αντρέας Κούγγελης και ο μπάρμπα Χρήστος Σκάντζας(φωτο). Πότε και οι τρεις συγχρόνως ς πότε μόνο ο ένας ανάλογα το σφάγειο που είχανε στο τσιγκέλι.
Κοκορέτσι το έδεσμα με μπόλικο πνευμόνι , γλυκάδια και λίπος και στη χάση και στη φέξη συναντούσες συκωτάκι. Φριγαδέλι το δεύτερο έδεσμα και αν δεν βαριόταν ο ψήστης κάπου κάπου υπήρχε και λίγο σπληνάντερο από τράγο  η γίδα.
Ωραία όλα αυτά   και η μυρωδιά που σου λίγωνε το άντερο  αλλά πώς να το πάρεις;
Φράγκο στη τσέπη μας ,έτσι κι ‘αλλιώς ήταν τρύπιες, αλλά πως το λες τώρα του πατέρα ή της μάνας να σου δώσει χρήματα να πάρεις ένα κοκορέτσι; Εδώ σε θέλω μάστορα ,μικρέ κατεργαράκο!!! Η απόφαση είχε παρθεί ,θα πάμε να ζητήσουμε και αν μας δώσουν καλώς αν δεν μας δώσουν θα μουτρώσουμε και θα πάμε για ύπνο πεισμωμένοι!
Πηγαίναμε στο σπίτι τρέχοντας ,πρώτα στη μάνα ,και γυρνώντας γύρο από το φουστάνι της με ύφος, κάτι να θέλουμε να τις πούμε αλλά δεν μπορούμε, προσπαθούσαμε να την κάνουμε να μας ρωτήσει η ίδια τι θέλουμε  και όταν το πετυχαίναμε τότε με τρεμάμενη φωνή λέγαμε ότι «ο μπάρμπα Στράτος είδαμε ότι ψήνει κοκορέτσι δεν ξέρουμε αν έχει και ποσό το έχει, απλά είδαμε τον…,(λέγαμε ένα όνομα στη τύχη ψέματα) ότι πήρε, μήπως έχεις καμία δραχμή στη τσέπη σου να πάρω και εγώ ένα;» Κρεμόμασταν από τα χείλη της ψάχνοντας συγχρόνως τις τσέπες της και όταν η απάντηση ήταν θετική και μας έδινε δυο η τρεις η τέσσερις δραχμές  βάζαμε φτερά στα πόδια και σε δευτερόλεπτα είμασταν στο μαγαζί για το κοκορέτσι .Συνήθως ο μπάρμπα Στράτος τα έκοβε πολύ στενά τα κοκορέτσια ,με κίνδυνο να κόψει και κάνα νύχι, ενώ ο μπάρμπα Αντρέας και ο μπάρμπα Χρήστος τα έκοβαν κανονικά .
Η αγωνία μας τώρα ήταν αν θα προλαβαίναμε και δεν είχανε εξαντληθεί ή αν θα μας έδιναν γιατί ως συνήθως προηγούνταν οι θαμώνες που θα έπιναν και κάνα ποτό κάνοντας μεγαλύτερο τζίρο στο μαγαζί. Μας τα τύλιγαν μέσα σε κρεατόχαρτο και έτσι ζεστά- ζεστά και χώνοντας τη μούρη μέσα στο χαρτί τα τρώγαμε περπατώντας .
Στη περίπτωση βέβαια που τα χρήματα ήταν περισσότερα πηγαίναμε και στο σπίτι κάποια να φάει είτε ο αδερφός- αδερφή είτε και οι γονείς μας.
Δυο δραχμές το κοκορέτσι και δεν είχαμε όλοι να το πάρουμε!
Εποχή; μισά δεκαετίας του εβδομήντα  αρχές του ογδόντα. Μετά το χωριό άλλαξε, η Ελλάδα άλλαξε, ο κόσμος άλλαξε και εμείς αλλάξαμε πάντα προς το καλύτερο.
Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.

check page rank
.....................................................................................................................