Καιρό με τον καιρό και χρόνο με το χρόνο έλεγα μέσα μου πως άρχισα να νιώθω τον κόσμο και πήρα να νογάω. Κείνη τη χρονιά έμαθα και τα μυρμήγκια. «Πραματάκια τ’ θιού, μυρμήγκια τα λένι, αγωνιέντι ούλ’μιρίς για θρουφή, δεν πράζ’νι κανέναν, ξηρά χουρταράκια κι σαούρα μαζεύ’νι κι είνι κι καθαρά», είπε η μάνα. Τάβλεπα κι εγώ και τα χάζευα που έφκιαναν στράτες να πηγαινοέρχονται σα μαύρος στρατός κι ακόμα σωρούς από θροφές, σαν αθημωνιές στο μπόϊ τους και τρύπες βαθιά στη γης, όπου ήταν τα κατοικιά τους και τ’ αμπάρια τους για τις θροφές τους. Εκεί στο χωράφι ολοένα οι αργατιές, άνοιξη και καλοκαίρι, είχανε και το σακούλι για την πόρεψή τους, ψωμί, τυρί, ελιές, καμιά ντομάτα κι ότι άλλο τους βρίσκονταν. Μια μέρα πάει η μάνα στο ίσκιο της αγραπιδιάς και ξεκρέμασε το σακούλι να βγάλει το ψωμί και το τυρί να φάμε κι έβαλε τις φωνές, «που πούϊ, έπισι πουρδάλα, τώρα τι φάμι», αναρωτήθηκε απελπισμένη. Ο πατέρας πήρε το κομμάτι του πλασταριού και το χτύπαε με την απαλάμη του κι έπεφταν κάτι μικρά σκο…
διαβαστε περισσοτερα