Στραπατσάδα: η νοστιμιά της απλότητας-Γράφει η Μαρία Ν. Αγγέλη

Στραπατσάδα: η νοστιμιά της απλότητας

«Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε»



Γράφει η Μαρία Ν. Αγγέλη



Μια ντομάτα από τον κήπο, κόκκινη σαν δειλινό,

μέσ’τη γεύση της κρατάει τη ζωή μου στο χωριό.

Η στραπατσάδα είναι από τα πιο απλά και γνωστά φαγητά της ελληνικής κουζίνας. Με λίγα υλικά, ντομάτα, αυγά, τυρί και λάδι, αποτέλεσε ένα συνηθισμένο γεύμα των αγροτικών οικογενειών. Η αξία της βρίσκεται στην ποιότητα των υλικών και στη σύνδεση με την καθημερινή ζωή της υπαίθρου.


Το όνομά της πιθανότατα προέρχεται από την ιταλική λέξη strapazzare που σημαίνει χτυπάω ή από το ιταλικό uova strapazzate που σημαίνει αυγά χτυπημένα. Τα αυγά  στη στραπατσάδα χτυπιούνται, «στραπατσάρονται» για να ενωθούν με τις ντομάτες. 

Σε κάποιες περιοχές, κυρίως στη βόρεια Ελλάδα, ονομάζεται «καγιανάς» ή «καϊκανάς». Η ονομασία αυτή είναι τουρκικής προέλευσης και, ως συνταγή, είναι καταγεγραμμένη στο χειρόγραφο του 14ου αιώνα του Muhammed bin Mahmûd Şirvânî (1375-1450). 

Κάθε τόπος έδωσε στο έδεσμα και κάτι από την ψυχή του και τα χούγια του, όπως γράφει η Μελίσσα Στοΐλη. Για παράδειγμα, αναφέρω, ότι σε κάποια μέρη, πρόσθεσαν στον καγιανά κομμάτια παστού χοιρινού ή λουκάνικα για  πιο έντονη γεύση. Επίσης, αλλού, πρόσθεσαν και άλλα λαχανικά. Οι πιπεριές, νομίζω ότι παντρεύονται πολύ καλά με τις ντομάτες και τα αυγά.

Στο Ξηρόμερο, τόπο καταγωγής μου, η στραπατσάδα ήταν κυρίως καλοκαιρινό φαγητό. Η εποχή της συνέπιπτε με την παραγωγή της ντομάτας. Κάθε σπίτι στο χωριό είχε το δικό του κήπο ή μποστάνι. Οι ντομάτες κόβονταν ώριμες, τα αυγά προέρχονταν από το κοτέτσι και το τυρί ήταν ντόπιας παραγωγής.

Θυμάμαι, η μάνα το πρωί έμπαινε στον κήπο και μάζευε στην ποδιά της τις ώριμες ντομάτες για τη στραπατσάδα. Τις έπλενε, τις περνούσε από τον χοντρό τρίφτη και τις έβαζε στο τηγάνι με το λάδι. Τις άφηνε μέχρι να χάσουν τα πολλά υγρά και να μελώσουν. Μετά πρόσθετε το θρυμματισμένο κατσικίσιο τυρί, δικής μας παραγωγής, και τελευταία τα φρέσκα αυγά χτυπημένα. Ανακάτευε τα υλικά μέχρι να δέσουν όλα μαζί. Τη σερβίριζε με ζυμωτό ψωμί και ήταν υπέροχη!

Η στραπατσάδα για τους ανθρώπους της υπαίθρου ήταν μια πρακτική λύση για το μεσημεριανό ή και το βραδινό τραπέζι, ιδιαίτερα τις μέρες που όλοι εργάζονταν στον καπνό. Η καπνοκαλλιέργεια, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, βρισκόταν στο στάδιο της συγκομιδής και του αρμαθιάσματος των καπνόφυλλων. Μια χρονοβόρα και επίπονη διαδικασία. Αυτό το απλό φαγάκι, με το χωριάτικο ψωμί της νοικοκυράς, ήταν μια εύκολη λύση για τη γυναίκα η οποία δεν είχε χρόνο για πιο απαιτητικά φαγητά. Άλλες εύκολες επιλογές της ήταν τα τηγανητά αυγά «μάτια» και κυρίως η ντοματοσαλάτα! H ντοματοσαλάτα ως κύριο πιάτο, όχι ως σαλάτα.

Πέρα από τη διατροφική της αξία, η στραπατσάδα αποτυπώνει έναν τρόπο ζωής που βασιζόταν στην αυτάρκεια και την εποχικότητα. Οι περισσότερες πρώτες ύλες παράγονταν στο ίδιο το σπίτι και το καθημερινό τραπέζι ακολουθούσε τον ρυθμό των εποχών. Το καλοκαίρι είχε την ντομάτα. Τον χειμώνα άλλα προϊόντα του τόπου. Η εποχικότητα τότε ήταν αυτονόητη. Δεν είχαν, για παράδειγμα, ντομάτα τον χειμώνα!

Σήμερα η στραπατσάδα παραμένει ιδιαίτερα αγαπητή, αν και οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Τα περισσότερα υλικά είναι «αγοραστά»  και ο τρόπος ζωής είναι διαφορετικός. Ωστόσο, όταν χρησιμοποιούνται ώριμες ντομάτες του καλοκαιριού, η γεύση θυμίζει εκείνα τα απλά οικογενειακά τραπέζια στο χωριό.

Ίσως γι’ αυτό η στραπατσάδα εξακολουθεί να κατέχει η θέση της στην τοπική γαστρονομική παράδοση του Ξηρομέρου. Δεν είναι μόνο ένα εύκολο φαγητό με εξαιρετική γεύση. Είναι μια μικρή υπενθύμιση της ζωής στα χωριά, της σχέσης των ανθρώπων με τη γη και της αξίας που είχαν κάποτε τα απλά, καθημερινά πράγματα…

Προχτές, η αγαπημένη μου ξαδέλφη, Δέσποινα Κρικρή – Παπαζώη, μου έφερε καλούδια από το χωριό της: φρεσκοκομμένες ντομάτες, αυγά από τις κότες της και τυρί από την παραγωγή της. Το σπίτι μοσχοβόλησε ντομάτες! Με τέτοια γνήσια υλικά, σκέφτηκα να κάνω πρώτα απ’ όλα μια στραπατσάδα!

Εφάρμοσα έναν πιο εύκολο τρόπο παρασκευής: δεν έτριψα τις ντομάτες στον τρίφτη, όπως η μάνα, αλλά  χοντροέκοψα  έξι κατακόκκινες και τις σοτάρισα στο λάδι που είχα βάλει στην κατσαρόλα. Τις άφησα μερικά λεπτά μέχρι να σωθούν τα υγρά τους και να μελώσουν. Μετά έριξα λίγο χοντροκομμένο τυρί και στο τέλος τέσσερα αυγά χτυπημένα. Πρόσθεσα και λίγο πιπέρι. Δεν έβαλα αλάτι, γιατί το χωριάτικο τυρί έχει την αλμυρή γεύση του. Ανακάτευα απαλά μέχρι να ενωθούν όλα τα υλικά. Μέσα σε λίγα λεπτά είχα ετοιμάσει ένα υπέροχο φαγητό. Είχε τα χρώματα του ήλιου. Καταλαβαίνω, γιατί στη Μύκονο είναι γνωστή με το λαμπρό όνομα: «ήλιος». Η μυρωδιά ήταν υπέροχη και η γεύση εξαιρετική. Αυτό το απλό πιάτο ξύπνησε  μνήμες από το χωριό, την αυλή, τον κήπο, το κοτέτσι, την παρουσία της μάνας, τη στοίβα με τα καπνόφυλλα,.. Κάθε μπουκιά και μια ανάμνηση…

Ίσως, τελικά, πίσω από ένα τόσο απλό πιάτο να κρύβονται όλα εκείνα που αναζητούμε: οι άνθρωποί μας, ο τόπος μας και οι μνήμες που μας κρατούν δεμένους μαζί τους.


Share on Google Plus

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Τα κείμενα των αναγνωστών που δημοσιεύονται εκφράζονται από τους ιδίους και δεν υιοθετούνται κατά ανάγκη από το παρόν ιστολόγιο.

check page rank
.....................................................................................................................